Pages

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Μόνο Φως

Τις μέρες που έχει ήλιο να θυμάσαι
η καρδιά είναι φτιαγμένη από φως
τις νύχτες το σκοτάδι που φοβάσαι
άσε τη φλόγα σου να γίνει εαυτός

Τα νέφη του μυαλού σου να σκορπάς
στο τώρα δεν χωρούν οι αναμνήσεις
μες τη δροσιά του κόσμου να χωράς
ότι Αγαπάς στο στόμα να φιλήσεις

Ο πόνος σαν λουλούδι που ανθίζει
στα χέρια ενός παιδιού χαμογελά
σαν πορτοκάλι η ανάσα να μυρίζει
και η χαρά να σε πηγαίνει πιο ψηλά

Βάλε στο στόμα μέλι να γεννήσει
τις λέξεις που ανθίζουν στις καρδιές
το θαύμα στον αέρα να μυρίσει
να΄ναι οι μέρες ακόμα πιο γλυκές

Ατσάλωσε το θέλω στις γροθιές σου
το κάλλος να είναι ο Λόγος της ζωής
το ποίημα που ριζώνει στη ψυχή σου
νερό να γένει μιας όμορφης πηγής

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Σαν φύλλο

Κι αν Αγαπώ σαν φύλο πέφτω
στις ρίζες γέρικου κορμού
σαπίζω λίπασμα θα γίνω
ουσία του ίδιου του κλαδιού

Και πάλι φύλο θε να γίνω
όπως υπάρχω Αγαπώ
κι ας πέφτω χάμω κι ας γυρίζω
είμαι η μοίρα δίχως νου

Της αρμονίας είμαι πιόνι
ο νους του λόγου συνεχές
άναρχης δύναμης σεντόνι
σκεπάζει όλες τις κορφές

και πριν το δεις γίνεται σκόνη

Αγάπαμε

Δειλές σκέψεις
στο στόμα καίνε
σαν ευχές
Αγκαλιές νοερές
διψασμένες
ψάχνουν παραλήπτη
στης μέρας το γέρμα
Οι αποστάσεις
μια ανάσα μα
μα τα χέρια δεν φτάνουν
Αγάπαμε, σε άτολμους ψίθυρους
μιας κατεύθυνσης
και οι καρδιές τρύπιες
Σε γιορτές χαμόγελα
προσπαθούν
να κτίσουν γέφυρες
γκρεμισμένες
Τα στολίδια παντού
εκτός από μέσα
Αγάπαμε
Αγάπαμε σε παρακαλώ
το δάκρυ τρέχει
προς τα μέσα
Ο εαυτός μικρό παιδί
το δώρο περιμένει
Αγάπαμε, σ΄ ευχαριστώ

Κάτι άστεγες ψυχές
την καρδιά μας κουβαλούν
την φιλούν
στο λειψό πανωφόρι
ζεστή
Ο πολιτισμός στη τσέπη
ξεχασμένος με τα χνούδια
του ρούχου
ξεπλυμένος
Κι ο Χριστός
δεν ξεμυτά απ΄ τις εκκλησιές
φυλακισμένος από μας

Αγάπαμε μωρέ..
Αγάπαμε λιγάκι…

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Προσευχής καθρέπτης

Οι κουρασμένες μέρες μας
ανακάθονται στο χείλος του πηγαδιού
μουρμουρίζοντας ξόρκια
Κρεμασμένοι απ΄ τον ήλιο
με αλυσίδες που λιώνουν
κι από κάτω το χάος χάσκει

Κάτω απ΄ το μανδύα της απελπισίας
τσαλακωμένα φτερά ατροφικά
περιμένουν το κατάλληλο ξόρκι
ν΄ απλώσου στο χώρο το λευκό τους χρώμα

Ο Φάνης ο αδελφός της νύχτας
σινιάλο περιμένει στο μεταίχμιο
πριν λιώσουν οι αλυσίδες της ασφάλειας
τις επωδούς να πούμε τις κατάλληλες

Οι προσευχές για να ΄βρουν παραλήπτη
πρέπει ο καθρέπτης της επίγνωσης να ανακλά
μέσα στο σώμα της συνείδησης βαθιά
εκεί γραμμένο θα βρεθεί το άσπρο ξόρκι

Καινούργια αυγή

Ψηλά βουνά και θάλασσες
στο νου μου ταξιδεύουν
περίμενα εδώ μα άργησες
οι μνήμες μου αλητεύουν

Μα δεν ξεχνώ πως πέρασες
σαν ήλιος στην καρδιά μου
τα δώρα που μου χάρισες
πληγές στην μοναξιά μου

Κλείνω τα μάτια σαν κοιτώ
άσχημος είναι ο κόσμος
μόνο το βλέμμα σου ζητώ
φρέσκος μυρίζει δυόσμος

Στον άγριο μέγα χείμαρρο
του Ερώτα του πάθους
βαρκάκι έπεσα μικρό
στην αγκαλιά του λάθους

Σταυρέ μου σε αγάπησα
μου έμαθες να πονώ
στα αγκάθια μου περπάτησα
κι έμαθα να Αγαπώ

Έτσι ξημέρωσε η αυγή
στο νέο πρόσωπό μου
λουλούδια γέμισε η γη
γέννησα τον καρπό μου

Εντροπία

Θωπευτής άνεμος
σε χείλια υγρά
ψιθύρους στεγνώνει

Χαλύβδινο ψέμα
σε πόρο ανοιχτό
τη λήθη καρφώνει

Αφρίζει το νάμα
σε μαύρη γλώσσα
ανάσα που φτύνει

νόρμα που φθίνει / σε Άλκιμο σύμπαν
σπείρα που κλίνει / ανέλιξης θρύμμα
αρμονία που λύνει / το μέτρο στο βήμα

Κορώνουν οι ασπίδες
στον άνεμο του ήλιου
κορμί που χάσκει

Δυο κούπες με αίμα
μια μαύρη μια άσπρη
σε κορφή που αστράφτει

Χωρισμένη Αγάπη
από ξίφος απάτη
ποιητής που τσεβδίζει

Σημείο μηδέν

Εκπρόθεσμος άνεμος στροβιλίζει
δανεικές ανάσες σε σώματα άδεια
κλειστές πόρτες η ανέχεια κτίζει
ηδονικά προς τα μέσα βρόμικα χάδια

Διονύσου γιορτές σε δανικά ποτήρια
ζαλίζουν την μέθεξη σαν νυχτώνει
σκοτεινά μάτια μας κόβουν εισιτήρια
σε ακροπόλεις μαύρες ήλιος που λιώνει

Ευδιάκριτα ζωγραφίζετε το πέρας
με γλώσσες φιδιών μυστικά ψιθυρίζει
λόγια ανομίας στο φόρτο της μέρας
μακάβρια λέξη στο νου μας να βρίζει

Κατηφορίζοντας προς την Ανάσταση
σε ανίερους βωμούς τα σώματά μας
πουλούν το θειο αίμα για παράταση
μα μια ρομφαία φυλά τα όνειρά μας

Μαρμάρωσε ο φόβος στις κολόνες
ένα μειδίαμα σκαρφαλώνει γοργά
της ψυχής μας σηκώνονται πυλώνες
φωνή έναρξης σημείο μηδέν το τώρα

Αιώνια προσωρινός

Σαν κλωναράκι να με λυγίσεις
σαν χορταράκι να μαραθώ
σαν ένα στάχυ να με θερίσεις
και τη ζωή μου να αρνηθώ

Να γίνω χώμα να με σκαλίσεις
σαν λουλουδάκι να ποτιστώ
το άρωμά μου να το μυρίσεις
στα δυο σου χέρια να κοιμηθώ

Σαν μια εικόνα με ζωγραφίζεις
με μια ανάσα μου δίνεις ζωή
αν καταφέρω και μ΄ αγαπήσεις
θα γίνω Αιθέρας γλυκιά πνοή

Να γίνεις λίβας να με στεγνώσεις
στον ουρανό σου να υψωθώ
σαν το νεράκι να μ΄ εξατμίσεις
μέσα στο φως σου να σκορπιστώ

Ανοιχτα πανιά

Στ΄ αλαβάστρινα χέρια των παιδιών
ιδρώνουν οι υποσχέσεις των μεγάλων
πληγές που θα ανθήσουν στο μέλλον
στο φίλυδρο δέρμα αθώον παιχνιδιών

Η αταξία στα στόματα λάγνα θεριεύει
λησμονιάς λέξεις θάλασσα που στρέφει
Εμφιαλωμένος αγιασμός αμνό γυρεύει
ψυχή υγρή ανήμπορη που κάτω ρέπει

Στα σύννεφα ο καιρός μας αριθμείτε
στα στάσιμα νερά της θλίψης κολυμπά
δυνατά ιστορία μας φωνάζει θυμηθείτε
ανέβηκε αέρας ώρα να ανοίξουμε πανιά

Ολογράφημα

Η ολογραφική παράσταση αρχίζει

Η πυρακτωμένη σφαίρα
ξεπροβάλει πίσω απ΄ τους όγκους
ακτινοβολεί θέληση πάνω στη σύνθεση

Η τριών διαστάσεων αντιληπτικότητα
ξετυλίγει το κουβάρι της ψευδαίσθησης
καθώς τα ηλεκτρικά δυναμικά δικτυώνονται

Δισεκατομμύρια βιολογικά κομμάτια
μιας εξωσυμπαντικής συνείδησης
αναλώνουν την κατανόηση σε ανταλλάγματα

Η γαλάζια τελεία στο πουθενά χωνεύει ατομικότητες
Το Αιώνιο ξοδεύεται σε νοητικά υποπροϊόντα
Καθώς οι βιομάζες ξερνούν κατακόκκινη απώλεια

Ένα διπρόσωπο Θ διαφεντεύει την υλική υπόσταση
σαν αισθητικά και νοητικά κέντρα τεμαχίζουν το όλο
και η πύρινη σφαίρα ξαναχάνεται πίσω απ΄ τους όγκους

Το σκηνικό επαναλαμβάνεται μέσα στο μέτρημα
Τα κόκκινα ποτάμια της αγνωσίας ρέουν ζεστά
Περιμένοντας μικρή συγκομιδή μιας τεράστιας σποράς

Μερικά Ψ εξατμίζονται ζεστά σε υψηλές ταλαντώσεις
Τα ποτάμια του πόνου στερεύουν μπροστά στο θαύμα
Παρηγοριά γι΄ αυτούς που έμειναν στην ίδια τάξη (πλανήτη)

Οι άθλιοι

Η μουσική των χρωμάτων
σε ασπρόμαυρα δωμάτια
απαγχονίζεται
Από σφραγίδες φθαρμένες
και χέρια χωρίς ρόζους
βασανίζεται

Ο ήχος της καλημέρας
σε ξεκούρδιστα λαρύγγια
ξοδεύεται
σκουριασμένη και φάλτσα
σαν μανδύας βλαστήμιας
στειρώνεται

βρώμικες χειραψίες
με ψηφιακή καθαρότητα
αστράπτουν
λόγια χειρουργεία
χωρίς αναισθητικό
πετσοκόβουν

Οι δρόμοι φθαρμένοι
από δίκιο κι αγώνα
πεθαίνουν
μόνο λύκοι κι αγρίμια
τις νυχτιές έξω απ΄ τα σπίτια
χορεύουν

Αν και ξύπνιος κοιμάσαι
ανθρωπάκι φοβάσαι
να ζήσεις
τα παπούτσια στο χολ
όπλο το τηλεκοντρόλ
να ελπίζεις

Στο αύριο

Ανθίζουν οι μοναξιές
σ΄ αυτή τη πόλη
κάτεργο
πλημμύρισε με προσευχές
ο ύπνος αγχόνη
παράπονο

Γέμισαν οι οθόνες δες
ψυχή μου πόρνη
παράλογο
αυτές τις ώρες τις λειψές
ο ήλιος γέρνει
απ΄ άδικο

Με δυο λέξεις τρυφερές
το σώμα κλαίει
παράφωνο
γιατί στερέψαν οι αγκαλιές
κακό που πίνει
αδιάφορο

Τις σκέψεις μας τις τολμηρές
που φόβος σβήνει
ακούραστος
τον πόνο και τις προσβολές
οργή που κρίνει
ανήφορος

Η τόλμη μας η παιδική
στο χρόνο στράφι
ακάματο
η ιστορία μας στη Γη
τόνοι χαρτί
αδιάβαστο

Στις τελευταίες μας στιγμές
πολίτες σκόνη
στο θάνατο
φωνάζουμε στους εκτελεστές
μια σφαίρα μένει
στ΄ αύριο

Κρυφτό

Πόσες φορές τα μάτια μου
κοίταξαν άλλους κόσμους
αυτούς
που η ψυχή μου λαχταρά
αγίασμα

Με τα μάτια κλειστά
η ανοικτά
περιέχω και περιέχομαι

Στις ματιές των λουλουδιών
να μεταλλάσσομαι
να εξαγνίζομαι

Κύμα το κύμα φτάνω στην ακτή

Παίρνει καιρό το νύχι να μεγαλώσει
αυτό που το σκοτάδι θα σκίσει

Παιχνιδιάρικα χαμογελώ
στο παιχνίδι τούτο.
Πώς να μου κρυφτώ πια
τελείωσαν οι κρυψώνες.

Ταπεινότητα

Κλεισμένος στο δωμάτιο
και ο αέρας να λυσσομανά

Αισθάνομαι μικρός
καθώς αποκωδικοποιώ
τον κόσμο μες την ασφάλεια
των τοίχων μου

Πόσο άδικο για την αλήθεια είναι
αν δεν γευτώ την σκληρότητα
του κόσμου μου?

Τα στοιχειά της φύσης σκληρά
μα οι άνθρωποι περισσότερο
από την φύση να κρυφτείς
η από τους ανθρώπους?

Πόσο μοιάζουν αυτά
Πόσο ίδια είναι

Δεν υπάρχουν τοίχοι
για τον ανθρώπινο άνεμο
μα σαν Ζω
λίγη ταπεινότητα
δεν βλάπτει

Δίπολα

Αυτή τη θέαινα της νύχτας παραμονεύω
της θαυματουργίας της μυστικά να εκμαιεύσω
τους ψιθύρους της κρυφά αποταμιεύω
τις ζωντανές σκιές ν΄ αφουγκράζομαι μαθαίνω

Του φωτός τα μυστικά δεν θα τα μάθω
αν του σκότους τα τερτίπια δεν γνωρίσω
την μικρή μου τη ζωή για να ορίζω
τα όρια των αισθήσεων αργά θα ξεχειλώνω

Σαν ξημερώσει και τον ήλιο αντικρίσω
ότι έκλεψα απ΄ τη νύχτα θα του δώσω
τον δυαδικό μου κόσμο να ενώσω
στ΄ αδράχτι της ψυχής μου να τα κλώσω

Στης νύχτας στο σκοτάδι θα ψαρεύω
στης ύπαρξης το πάτο θα χορεύω
και την αυγή επάνω θ΄΄ ανεβαίνω
το άδυτο στον ήλιο θα στεγνώνω

Ελεγεία

Ανιχνεύεσαι απατηλά στο ψηλαφιστό
των αλμυρών διστίχων μιας αμμουδιάς

Παρηγοριά το κύμα στα πόδια ν΄ ακουμπά
σαν τη γλυκιά δροσιά μιας επίγνωσης

Δυο δυο ξεπηδούν απ΄ το κύμα ανέμελα ψέματα
πεταμένα από παλιά

Ελεγεία των ξεχασμένων παλινδρομήσεων
σαν αβέβαια βήματα μετανιώνουν

Στο μαύρο σου βυθό αναδεύεις το κατακάθι
να βρεις το φέρετρο των ονείρων

Ιδρωμένος χρησμός στα χείλη ασάλευτος
τυχοδιώκτης

Διαλέγεις πια με μια κίνηση οριζόντια
Διαγραφή..? αποκεφαλισμός..?
η απλός Ζωή..?

Εξορία

Για αυτά που αγαπώ στις πέτρες θα μιλήσω
Σαν τη δροσιά του πρωινού τα φύλα θα ακουμπήσω
Θα ψιθυρίσω μυστικά στ αγέρι και στο χώμα
Κι όταν βραδιάσει θα απλωθώ πάνω σε φύλων στρώμα

Στ’ όνειρο αυτό τα’ αποψινό μόνος μου θ’ αρμενίζω
Χωρίς θεούς χωρίς θνητούς χωρίς ανθρώπου χνότο
Βουνά πεδιάδες ρεματιές μόνος μου θ’ αλωνίζω
Δική μου θα ‘ναι όλη η γη απ’ το βορρά ως το νότο

Μήτε καλό μήτε κακό μήτε αρρώστια και εχθρό
Δίχως του χρόνου τη τριβή θα ζω μονάχος σαν παιδί
Αιώνιο θαύμα θα γευτώ, πάνω στο κύμα στον αφρό
Μορφή θα αλλάζω την αυγή, πότε πουλί , πότε κλαδί

Δεν κράτησε όμως η χαρά σ’ αυτό το ονειροτόπι
Για λόγους ανεξήγητους μου έλειψαν οι ανθρώποι
Φαίνεται πως η μοναξιά δεν φέρνει ευτυχία
Χωρίς καθρέπτη η ζωή μοιάζει με εξορία

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Τα μέσα έξω και τούμπαλιν

Μέσα μου περπάτησα
Πιότερο κι από μένα
Μ΄ έκοψα και μ΄ έραψα
Με ουρανού βελόνα

Βαμβάκι ένα σύννεφο
Και δυο κλαριά νυστέρια
Δυο ποτάμια για ορό
Για αναισθητικό τ΄ αστέρια

Επέτυχε η επέμβαση
Βγήκαν τα μέσα έξω
Έφυγε η παραίσθηση
Τα έξω μου γίνανε έσω

Στο ναι

Αν το σώμα μου είναι ναός
ο λόγος μου ανθρώπινος
είναι
Αυτό που έμαθα πια
Ο λόγος μου ανάλογος
να είναι του ναού μου

να σκουπίζω τα πόδια
πριν μπω

να αδειάζω τα σκουπίδια
του νου μου έξω

Σαν διαλογιζόμενος αντάρτης
Να αποφασίσω
Να με ξανακτίσω

Για τολμηρους

Σαν σκιά κάτω από τις λέξεις
καιροφυλακτεί μια λάμια
της άγνοιας τρώει τις σκέψεις

Μη με ρωτάς ποιος τα λέει αυτά
Ίσως ο πατέρας ποιητής
Που γέννησε ο ίδιος την λάμια

Γράφε σαν σκιά μ΄ αόρατο μελάνι
Και θα περάσεις κάποτε
Χωνεμένος απ΄ της λάμιας το στομάχι

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Αρρεν και θηλυ

Έρωτας είναι η κίνηση
Σαν τα πόδια σου
κινούνται γυμνά
σαν τη θάλασσα
άσπρα ακατανίκητα

Στροβιλίζουνε στο κρεβάτι
σαν μαύρες τρύπες
που καταπίνουν τον πόθο
κι ο πυρήνα σου ζεστός
σαν κόλαση

Απόλυτη μικρογραφία
αδηφάγου σύμπαντος
το λευκό σου σώμα
με καταπίνει χωρίς ενοχές

Εύκαιρος εραστής
της μεγαλοσύνης σου
γυναίκα βασίλισσα
με αναλώνεις ακόρεστα

Πολεμιστής γεννήθηκα παλιός
Το σπέρμα το αρχέτυπο που σ΄ έδωσα
Του νέου κόσμου είμαι ο χρησμός
Δεν πέθανα κι αν τη ζωή μου χάρισα

Σαν

Σε λα βούιζε η μύγα στο δωμάτιο
Φτερωτό διαπασών
στις μουσικές μου σκέψεις
καθώς άκουγα απ΄ το παράθυρο
τον κήπο μου να τραγουδά
με όλη του την δύναμη…

Φώναξα………..
Μα το σπίτι δεν κουνήθηκε….
Μόνο εγώ…..
Ένα βήμα πίσω….
Έφυγα….

Τι όμορφα τα δέντρα !....
Δεν είμαι εδώ…

Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Της απάτης

Μια γεύση σκουριάς έχει ο αέρας
αυτό τον καιρό..
Σαν να οξειδώθηκαν οι άχρηστες λέξεις
που βγαίνουν από μηχανικά στόματα..
Αντίλαλο κάνουν στο κεφάλι μου..

Μπερδεύονται με την γεύση του χάους
μες τη πόλη
στα δόντια κολλούν σαν περίσσευμα γεύματος

τόσοι τοίχοι…
τόσοι άνθρωποι…
άπειρες ανακλάσεις..
τι να πρώτο ακούσεις..
η φωνή μας χάνετε μες τις επαναλήψεις..

θα γυρίσω πάλι στο βουνό..
να ακούω τον μυστικό ψίθυρο των δέντρων..
να γράψω ότι δεν γράφετε..
στις λευκές σελίδες της ύπαρξής μου..

Μια βαθειά ανάσα …
Μια βαθειά αποδοχή…
Κι ένα φύσημα να φύγουν τα νέφη της απατής.

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Φευγιό

Αγαπώ το φύλλο το μαραμένο στα χέρια μου
Την ομορφιά του θανάτου του αναπνέω
Σαν κάτι που τέλειωσε χωρίς να ξέρει
Χωρίς την γνώμη του για ζωή και θάνατο

Έτσι και εγώ θα μαραθώ στα χεριά της Γης
Ένα θα γίνω με το χώμα της, τα δένδρα της
Θα με κουβαλά αιώνια στο γήινο δέρμα της
Μέχρι η μορφή μου να φτάσει στο τέρμα της

Ανακυκλώνοντας τους παράδοξους εαυτούς μου
Σκαρφαλώνοντας ανήμερα στο θέλω μου
Βοηθός ατέρμονος κι αγέρωχος η γνώση μου
Θα με περάσει από των καιρών το φεύγω μου

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Αυγουστος

Καίει η άμμος τα μυστικά του ήλιου
και η ψυχή να ιδρώνει την αλμύρα της
Κάτω από σκιές δένδρων ανασαίνω
τους ήχους των πουλιών
Μακάριος να σβήνω τη δίψα μου
με σιωπή

Αύγουστος
Να καίει τη θλίψη των λυπημένων
Να γεννά απ΄ τη κάψα ανεμελιά
και παρηγοριά

Και εκείνα τα άγουρα θέλω μου
να επιμένουν με χειμώνα θλίψη
μες΄ το λιοπύρι της σάρκας μου
να ξεσπυρίζουν την αναβολή

Σ΄ αυτή την ησυχία του μεσημεριού
μικροί μονότονοι μουσικοί των δέντρων
υπνωτίζουν
Οι ανησυχίες ανακυκλώνονται
στο ποτήρι με μυρωδιά γλυκάνισου
εξατμίζονται

Δικαίωμα στον Αύγουστο ψυχή μου
Να κάψει λίγα απ΄ τα λάθη της ζωής μου
Σαν το φθινόπωρο θα έρθει ευλογημένα
θα πέσουν σαν φύλλα μαραμένα

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Της Αγάπης νόμισμα

Μμμ, να δεις πως κινούνται οι θάλασσες!
Σαν την κίνηση στα χείλια σου
Μικρό καθρέφτισμα της ανάγκη σου
Βήμα στην άμμο που βουλιάζει
Μικρό μου αταίριαστο

Σε κίνα τα μικρά χολώνει ο θάνατος
Σ΄ αυτά που κοροϊδεύουν οι αισθήσεις
Στους κραδασμούς τους επίορκους
Στα γυμνά πόδια της ύπαρξής σου

Φλοίσβος γίνομαι κι αέρας μικρό μου
Ελάχιστος σαν κόκκος άμμου καρδιά μου
Κι αυτό που σε τρυπά ανέλπιστα
Στις φτέρνες σου, θεός θεού θεά μου

Να γίνω βράχος, κύμα, η αετός χαρά μου?
Να καμαρώνω από ψηλά, η από χάμου?
Να είμαι κάστρο ανίκητο μα θες καρδιά μου?
Η στου Ολύμπου τις κορφές αγία κυρά μου?

Ότι κι αν θες θα σου το δώσω άδολα
Έσκαψα της καρδιάς μου τα πετράλωνα
Και σαν ημίθεος θα λέω την αλήθεια
Σαν Ηρακλής θα βγω απ΄ τα παραμύθια

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

Απόγευμα μέλι...

Απόγευμα μέλι …
Να μπαίνουν απ΄ το παράθυρο οι κραδασμοί του κόσμου
φωνές, ήλιοι, πουλιά κι άνεμοι
να μπερδεύονται γλυκά με τις λέξεις μου

Γέμισε το δωμάτιο ευωδιές νοημάτων
μηνύματα σε εκατομμύρια γλώσσες
πόσα έχω να μάθω ακόμη…

Πέρα απ΄ τη συνήθεια παράξενος ο κόσμος
ξεδιπλώνετε μέσα και έξω
απ΄ το μικρό μου σπίτι
απ΄ το μικρό μου σώμα

Ευτυχής σήμερα κι αυτό είναι αρκετό
Αύριο θα ανοίξω άλλα παράθυρα
άλλους κόσμους να αφουγκραστώ
άλλους Ανθρώπους να αγκαλιάσω


Καλό ταξίδι μικρέ μου εαυτέ.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Φέυγω

Να χρεώνω το χρόνο
στους αριθμούς του
τα συναισθήματα να τοκίζω μέσα του
με ανάσες αυγής
και εκπνοές δειλινού

Να πατώ στο καινούργιο
Να αλλάζω τα δεδομένα της εξίσωσής μου
Να περνώ απ΄ τον τρύπιο χρόνο
την υπόσχεση της ανέλιξής μου

Δέντρα και ποτάμια, σύντροφοι
Θεσπέσια όντα
Στο φλεβικό σύστημα της Γης μου
Βάση εκτόξευσης

Φεύγω λίγο λίγο
με τη φθορά σώματος
τροφός αόρατης συνέχειας
εξατμίζομαι σαν
Αύγουστος

Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Σωτηρία

Σε θλιμμένες μέρες θα κουρνιάσουμε,
σαν τα πουλιά της δυστυχίας.
Σε άλογους λόγους θα ποντάρουμε,
στοίχημα χαμένης ευτυχίας.

Στης αγωνίας τη γωνιά,
αγάπες στοιβάζονται σωρό.
Καρδιές κοιτούν με απονιά
και μνήμες σε αέναο χορό.

Σε βάθη σκοτεινά θα κατοικούμε,
μέχρι άγια να πάρουμε μορφή.
Αιθέρας να γίνουμε μπορούμε,
βόστρυχοι σε κύματος κορφή.

Το χρόνο που κυκλώνει θ’ αγνοούμε,
στου νου το ατέρμονο τ’ αλώνι,
οι κύκλοι σπείρες θα γεννούνε,
σε κρύσταλλο που δεν θολώνει.

Μες’ του μυαλού μας τη σιωπή,
Το θαύμα θα φυτρώσει
και με το αίμα της καρδιάς,
δώρο, θα μεγαλώσει.

Ζωή και θάνατος

Τι όμορφη που είσαι ζωή. Τόσο όμορφη που μου πονάς τα μάτια.
Μοιάζεις με ανοιχτό πορτοκάλι στα χέρια μικρού παιδιού.
Πόσο πόνο κρύβεις ζωή. Τόσο πόνο που ομορφαίνεις το κλάμα.
Μοιάζεις με άδειο τσόφλι πεταμένο στη δίνη του χρόνου.

Ισορροπώ στην αιχμή, ταλαντεύομαι, πεθαίνω και ξαναγεννιέμαι
Απομυζώ και αδειάζω, Ξοδεύομαι και γεμίζω, ακίνητος μαραίνομαι
Γλυκόπικρο ον διχασμένο, προσκυνώ το είδωλο στο καθρέπτη
Απονήρευτος χαρίζω με στο Εγώ μου, θυσία ψυχής στον κλέφτη.

Ένας παλιός φίλος, ξεχασμένος γεροδιαολος μου έλεγε μια νύχτα
Μην ταΐζεις το θεριό κι ας το έχεις κλειδωμένο σε κελί
Θα δυναμώσει, τα κάγκελα θα σπάσει, θα σε κάνει μια μπουκιά
Δεν έχει εσένα αφεντικό, τι και αν το όνομα σου έχει.

Ας ξεψυχήσει το μεγάλο μου Εγώ, το θεριό του νου μου
Παρέα ο πόνος κι ομορφιά, στο κύπελλο της ψυχής μου
Παραδίνομαι στη ζωή, μα και στο θάνατο μου
Ελπίζω να τα έλεγε καλά ο φίλος διάολος μου.


Θάνατε αθάνατε, λυτρωτή και αιμοβόρε, σιαμαίο αδέλφι της ζωής
Δουλευτή ακάματε, τρυγητή και ζωηφόρε, λάβαρο τελευταίας πνοής
Μαυροφόρε κουρελή, σκελετωμένε και αδηφάγε, στομάχι αβύσσου
Στερνός φίλος και τροφός της λήθης, υπογραφή της ύπαρξης μου.


Άντε, μετά από μια όμορφη ζωή και ένας ωραίος θάνατος.

¨Αγνοια

Μάνα…? Μάνα?………….Που είσαι μάνα?…………..Γιατί δεν απαντάς?……………

Μάνα αισθάνομαι τόσο μόνος……..Κι αυτό το σκοτάδι……τόσο βαρύ……..Μάνα?........

Κάνει τόσο κρύο μάνα……….Τόση παγωνιά……..Και………το σπίτι μάνα …το σπίτι….

Είναι τόσο απόκοσμο…….Μάνα?.......που είσαι?…..γιατί δεν με ακούς?…………………

Και αυτό το βάρος μάνα…..αυτό το βάρος…..μου σπάει τα κόκαλα…….γιατί μάνα?.......

Έλα να ανοίξεις το παράθυρο να μπει λίγος ήλιος……πολύ στενό το δωμάτιο μάνα…….

Και το πάτωμα μας μάνα…είναι από χώμα…..από χώμα μάνα…..υγρό χώμα……………

Φοβάμαι μάνα…….φοβάμαι πολύ…έλα να με πάρεις αγκαλιά...έλα να με σώσεις………

Σου φωνάζω μάνα μα η φωνή μου πνίγετε…και…όχι ..όχι………..δεν μπορεί…………

Μάνα δεν έχω στόμα ..δεν έχω μάτια...δεν έχω μαλλιά δεν έχω σάρκα……ΟΧΙ……….

Μάνα που βρίσκομαι?....μάνα αυτό μοιάζει με…….με τάφο μάνα………με τάφο………


Μάνα?.............................Μάνα πέθανα?.........................................................................

Είμαι νεκρός μάνα?....................................................................................είμαι νεκρός?


Είμαι?..............................................................................................................................


ΜΑΝΟΥΛΑ???..................................................................................................................................................................
............................................................................................................................................................................................
............................................................................................................................................................................................

Κάπου

Σε παράξενο όνειρο χάθηκα πάλι
Σε αγνώστους κόσμους ουτοπίας
Σε άγνωστη γεωμετρία
Δεν μοιάζει με κανένα απ’ τα γνωστά ταξίδια
χαμένος εκεί στο κάπου.

Ρευστός αιωρούμαι χωρίς συγκεκριμένο σώμα
Γύρο αλλόκοτοι Βράχοι, θύλακες μνήμης μοιάζουν
Κάτι περίεργα όντα χωρίς κεφάλι και με ένα χέρι στη μέση
κάτι κάνουν στους βράχους, παίρνουν, αφήνουν…
Γλιστρούν πάνω σε ένα ενεργειακό δίχτυ, δεν υπάρχει στέρεο χώμα
Με ένα ερωτηματικό από πάνω μου ίπταμαι προς μια κατεύθυνση
Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ότι είχα γνώση ότι πρόκειται για (όνειρο)
Το τοπίο δεν είναι σταθερό, αναδιπλώνεται, ρουφά τον εαυτό του και αναδομείται
Δεν ξέρω αν είναι πλανήτης τούτο δα, χωρίς ήλιους μόνο μια χρυσή λάμψη το κυκλώνει
Δεν αισθάνομαι η σκέπτομαι χρόνο, περισσότερο μια κατάσταση ειρηνικής αδιαφορίας
Αντιλαμβάνομαι ότι δεν υπάρχει ήχος, τουλάχιστον για ανθρώπινα αυτιά
Μόνο κάτι ταλαντώσεις συγκεκριμένου τύπου που συντονίζονται με όλα όσα συμβαίνουν εδώ
Συνεχίζω να απομακρύνομαι…… Από τι όμως? Δεν υπάρχουν αποστάσεις
Μοιάζω να κινούμαι ακίνητος???
Αχα να κάτι που φαίνεται πραγματικά ακίνητο, με πλησιάζει, η εγώ αυτό? δεν έχει σημασία
Κάτι σαν χρυσή κλωστή, λαμπυρίζει, αναβοσβήνει, σαν αεροδιάδρομος…?!
Αλλάζω, μάλλον σχήμα σαν να συρρικνώνομαι, το ερωτηματικό από πάνω μου επιμένει
Πλησιάζω, η χρυσή κλωστή τώρα μεγάλωσε, πλατιά, φαρδιά, ψηλή?
Σαν έφτασα πιο κοντά είδα (με τι μάτια?)
Ένα πολυδιάστατο? γράφημα έλεγε, ΕΔΩ.
Μίκρυνα πιο πολύ, και πιο πολύ, ξαφνικά το ΕΔΩ με ρούφηξε βίαια….
Σαν να ήμουν σκόνη, μαλλιά κουβάρια με πέταξε κάπου……… αλλού???
Μου φάνηκε ότι πέρασα στην άλλη πλευρά, όπου κι αν ήταν αυτή
Σηκώθηκα….? Ωπα, πόδια!! Χέρια, σώμα, κεφάλι, όλα σωστά μετά από έναν πρόχειρο έλεγχο
Μπροστά μου ένας γκρίζος καμβάς χωρίς αντικείμενα, τίποτα!
Πίσω μου κάτι έντονο μου πιρούνιαζε τη πλάτη, Γύρισα, έκανα ένα βήμα πίσω, μαρμάρωσα!?
Μέσα στο πουθενά μια ΤΕΡΑΣΤΙΑ χρυσή πύλη, και, μα τα χίλια στιχάκια, εκεί πάνω! Εκεί πάνω!
Στη κορυφή της πύλης, έγραφε το όνομα μου!!!!!!!!!!!!
Κάθισα και κοιτούσα για αιώνες!? Τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε.Τελικά, πήρα την απόφαση να πάω κοντά
Δειλά έκανα τα πρώτα βήματα, αλλά! μα τη πένα μου, όσο πλησίαζα αυτή απομακρυνόταν!!??
Ακούστηκε μια φωνή, αλλά μέσα μου. Έλεγε. Δεν μπαίνεις ποτέ με φόβο στο ναό σου…..
Αναθάρρησα, σήκωσα το κεφάλι, και με σιγουριά περπάτησα ίσια μπροστά
Είχα φτάσει, υψωνόταν μπροστά μου γιγάντια, κοίταξα ψηλά και το κεφάλι ακούμπησε τη πλάτη
Σήκωσα το χέρι, ακούμπησα ένα σκάλισμα ίδιο αποτύπωμα του χεριού μου
Ακούστηκε ένας ήχος υψηλής τονικότητας…
Και πάλι μια φωνή?!


Σήκω μανάρι μου θα αργήσεις στη δουλεία…
Άρωμα καφέ..

Άνοιξα τα μάτια λέγοντας, Το κέρατο μου γλυκιά μου ξέρεις τι έκανες???????

Ελπίδα

Σε πέτρες ακίνητες χαρίζομαι
πέφτω και σκορπίζομαι με κρότο
διαμελίζοντας ότι κινείται

Φύτρα ζωής γίνομαι και κρύβομαι
στη στέγνη της ερήμου περιμένοντας
με την αλήθεια στον πυρήνα μου αφυδατωμένη

Ο θόρυβος του κόσμου πολλαπλασιάζεται
απειλεί τη δυναμική χωρητικότητα της σφαίρας
περιμένω αδρανής το μοιραίο αποτέλεσμα

Η ιστορία εξατμίζεται από τα υλικά σώματα
Υποχωρεί και εγκαθίσταται πάλι στη βάση της πιθανότητας
Ο κύκλος έκλεισε, ο έλικας συσπειρώνεται

Οι άξονες ξαναπαίρνουν τη θέση τους
Το καινούργιο επανέρχεται εμπλουτισμένο
Το χρονόμετρο μηδενίζει, Το (στοίχημα) επανέρχεται

Αναδύομαι από την άμμο, ανασυγκροτούμαι
Συνδέομαι με το σύνολο και ξαναζώ
Δεν με βάφτισαν άδικα Ελπίδα.



Ο θεός δεν χορταίνει τις εμπειρίες των κόσμων
πέρα από το κακό και το καλό, ανακυκλώνεται
Πιστός στον δημιουργό του Ορφικού Αυγού.

Η λέξη και η σκέψη

Μια λέξη ξεθωριασμένη περίσσευμα πρότασης που από άγνοια εξορίστηκε
ακουμπά εξαντλημένη και ξεχασμένη στην άκρη ενός μικρού φύλου
Μια σκέψη αλαφιασμένη και ατελής γυρεύει το νου που την απαρνήθηκε
τριγυρνά κουτσουρεμένη και απελπισμένη στη ρίζα ενός μίσχου

Στο ίδιο λουλούδι καταφύγιο και οι δυο τους είχαν βρει
κι αυτό σιωπηλό τις πρόσεχε από βοριά κι από βροχή
Ο χρόνος σκληρά τις πλήγωνε με ανθρωπινή περιφρόνηση
Μα κι ο χειμώνας πιο σκληρός την ύπαρξη τους δέρνει

Η άνοιξη χαμογέλασε και το λουλούδι ανθίζει
με δυσκολία αρκετή γιατί ζωή χαρίζει
σ’ εκείνες τις δυο τις μικρές που κόλλησαν κι πάνω
Με το αέρι συζητά και το ρωτά, φίλε μου τι να κάνω

Τα είπαν και συμφώνησαν σκεφτήκαν τι θα κάνουν
τούτες τις δυο μοναξιές μαζί να τις ενώσουν
φυσά τ’ αέρι απαλά κινήθηκε το φύλο
η τελευταία κίνηση να κλείσουν ένα κύκλο

Γλιστρά η λέξη μαλακά και πα στο μίσχο πέφτει
κι η σκέψη αναρωτήθηκε πια είναι και τη θέλει
Η λέξη με μια κίνηση αγκάλιασε τη σκέψη
κι εκεί στο σφιχταγκάλιασμα άρχισε να της λέει

Εσένα όποιος γέννησε εμένα αναζητούσε
Ο άνθρωπος που μ’ έγραψε ήξερε τι ζητούσε
Μα πέθανε ο άμοιρος και οι άλλοι με λησμονήσαν
κάτω από σόλες παπουτσιών απ’ άγνοια με πατούσαν

Μ’ έλεγαν τότε ανθρωπιά έτσι με λεν και τώρα
Σε σκέψεις δεν χαρίζομαι μα εσένα σ’ αγαπώ
από καρδιά γεννήθηκες κι ας ρώτησε το μυαλό
Τ’ αέρι και ένα πούλουδο μας ένωσε στη μπόρα.

Όσοι ξεχνιούνται και θαρρούν απάντηση πως βρήκαν.

Κάτω απ’ τα παπούτσια τους να ρίξουν ένα βλέμμα
Την ανθρωπιά τους μήπως δουν στου λουστρινιού το δέρμα
Η ερώτηση μην ξέφυγε και γλίστρησε σαν κέρμα
Από το κέντρο της καρδιάς στο χώμα η στο ρέμα.

Αγαπημένη

Το απόγιομα γλιστρά στο παραθύρι,
ξεγελά τις κουρτίνες και μπαίνει
στα λευκά σεντόνια σε βρίσκει,
αύρα καλοκαιρινή, απαλά σε χαϊδεύει

Δροσερά σε σκεπάζει του ονείρου ομίχλη
με το χρώμα σου άσπρο πλατινένια σελήνη
με ένα σώμα σπαθάτο το κρεβάτι γεμίζεις
σταυρωμένα τα χέρια στη καρδιά σου τα βάζεις

Βελούδινα βλέφαρα τσίνορα αγκίστρια
μια μοίρα καλότυχη στεφάνι σου βάζει
σε άδυτο κόσμο σου λύνει τα χέρια
μυστικά ζηλεμένα απ’ το κόρφο σου βγάζει

Τα μαλλιά σου τα μαύρα λαμπερός καταρράκτης
ποταμός που ξεχύνετε στου κρεβατιού την άκρη
με τα μάγουλα ρόδια τον μορφέα θαμπώνεις
κι η ανάσα σου χάδι που σαν αύρα απλώνει

Σε γωνιά σκοτεινή σε κοιτώ και σωπαίνω
αιωνιότητα μικρή σε κοιτώ και πεθαίνω
κι αν το σώμα μου θέλει αγκαλιά να σε πάρει
το κρατώ κι ανασαίνω την εικόνα σου πάλι

Προσευχής αρμονία η αγάπη μου στέλνει
σαν σε βλέπω αθώα τη ψυχή σου να δίνεις
σε ονείρωττα άσπρα που θεός περιμένει
και το φως ξεχειλίζει σαν τα μάτια σου ανοίγεις.

¨Αγνωστη μοίρα

Σε θνητό κορμί χτυπάς άγνωστη μοίρα
Το πρόσωπο σου άμορφο σαν του θανάτου
Το μόνο εργαλείο μου προτάσσω την παλάμη
Αλλά περνάς παράδοξα αταίριαστη μου φίλη

Σε χρόνους ματαιότητας συχνά με ξοδεύεις
Με τα μάτια της λησμονιάς με γητεύεις
Άχρηστο το κορμί για του χρόνου τερτίπια
Σε μια σκέψη σκληρή αναδεύω παιχνίδια

Μα σαν σκάσει του πολέμου η μαύρη κραυγή
Θα μου πεις πως διπλώνεις του θανάτου το πέπλο
Με την άρση χεριού θα σημαίνεις αρχή
Αρχηγός μες τα πλήθη της πυγμής μου το θέλω

Με ψυχή θα παλεύω πριν το θάρρος σιωπήσει
Μην σκεφτώ πως θα χάσω την καρδιά μου πριν ζήσει
Με σπαθί ματωμένο που σκιές θα τρυπήσει
Βάζω θέση σε χώρο σαν χωρά να μετρήσει

Παίρνω έτσι το δώρο της ορμής μου σημάδι
Να ορίσω με ψέμα της αρχής μου σκοτάδι
Πολεμώ για το φως της αγάπης το τέρμα
Να περάσω στο άπειρο της ψυχής μου το ερμα

Και στο τέλος τα πόδια αρκετά λασπωμένα
Με τα χέρια ρημάδια από κόπο κομμένα
Θα γιορτάσω το βήμα που μονάχος κερδίζω
Γιατί πίσω άνθρωποι δεν μπορεί να γυρίσω

Ερωτικό

Ανεπαίσθητα φωτίζουν οι πτυχώσεις
Από βλέμμα σπάνιο

Τρίζουν στις κλειδώσεις οι υποσχέσεις

Η ματιά μου τρύπησε το πόθο
Σε άχρονο σημείο

Το ένστικτο υγρό, μορφές γητεύει

Κίνηση χεριού, το σώμα γέρνει
Μακάρια φύση

Μοιραίο απόσταγμα

Γεύση κρασιού στα χείλη γλυκό
Χρώμα έρωτα

Παραδόθηκα στην απουσία


Χάθηκα
Πέθανα
Ξαναγεννήθηκα

Μιά νύχτα

Με μια ξάστερη ματιά χαϊδεύω τις κορυφές των δένδρων
Περιμένοντας υπομονετικά την αυγή να γεννήσει τον γιο της
Η νύχτα βαδίζει αργά
Απ’ τα μεσάνυχτα γαντζωμένος απ’ το βράχο της σκέψης μου
Ατενίζω μια πόλη που πρόκειται να χαθεί
Όχι τώρα ίσως ούτε αύριο
Μα θα χαθεί μόλις μαραθούν οι καρδιές των ανθρώπων της
Μέχρι τότε θα κοιτώ τη σκουριά που την αλώνει
Μέτρο μέτρο

Μια θολούρα απλώνεται από την πόλη προς το μαύρο της νύχτας
Δεν είναι σκόνη
Είναι μύριες χαμένες σκέψεις, ελπίδες, προσδοκίες, αλλά και θάνατος
Τα μάτια βουρκώνουν


Ακροβατώ πάνω στην ασημένια ανάσα της νύχτας
Κρατώντας για κοντάρι ισορροπίας μια ουτοπία
Με μια ελπίδα από όνειρο βγαλμένη
Αλλά στεγνή, απότιστη από το χέρι της λαχτάρας

Φύτεψα μια ευχή στον αέρα και φύσηξα
Μακάρι να βρει το δρόμο της

Το ξημέρωμα άνθισε σαν λουλούδι
Ένα αεράκι φύσηξε απαλά
Το κλάμα ενός μωρού μ’ έβγαλε από τις σκέψεις μου

Χαμογέλασα, σηκώθηκα απ’ την πέτρα μου
Και τράβηξα προς την πόλη

Επτά

Ότι κι αν δείχνουν οι πυξίδες μην γελιέσαι
Ξέρει η ψυχή τους δρόμους ν’ αφουγκράζεται
Της μοίρας τα κιτάπια μην φοβάσαι
Στις πέντε τις αισθήσεις μην χαρίζεσαι

Σαν οι στιγμές στεγνώνουν στον πυρήνα σου
Και κάνουν κύκλο στα ρολόγια οι αναμνήσεις
Επτά ζωές και οχτώ θάνατοι στο σώμα σου
Θα περιμένουν την παγίδα τους να στήσεις

Μες τα κουρέλια μιας στημένης επανάστασης
Θα βαυκαλίζετε ο νους πως βρήκε άκρη
Σαν προσπεράσει το σημείο της παράκαμψης
Μαύρα μαντίλια θα στεγνώνουνε το δάκρυ

Ξέχνα τα πρέπει που θέλουν να θυμάσαι
Ξυπόλητος να αισθάνεσαι τον πόνο
Ζητιάνος να μην γίνεις και μοιράζεσαι
Στο μίσος στην απάτη και στον φθόνο

Στα χνάρια ενός θεού που δεν θυμάσαι
γλυκό παιδί μιας φλόγας ξεχασμένης
σ ’ενός σταυρού τα ξέφτια θα χαρίζεσαι
θύμα θυσίας στο βωμό της ειμαρμένης

Άκου τα λόγια που σου χάρισε ο θάνατος
Τους επωδούς που σου ψιθύρισε πριν φύγει
Τις πύλες τις επτά πια δεν σου κρύβει
Επτά κλειδιά σου λεν πως είσαι αθάνατος

Τ΄ ανέμου

Τ’ ανέμου δεν του φτάνει ένα λιμάνι
Έχει για τέρμα του ορίζοντα την άκρη
Όπου η ματιά μου τερματίζει μα δεν φτάνει
Εκεί που αρχίζει το κενό και η νύχτα φεύγει

Θέλω να πω αυτού του ανέμου μια ιστορία
Να τη κρατήσει σαν να ήταν προσευχή του
Για μιαν αγάπη που δεν γράψαν τα βιβλία
Ένα μικρούλι φυλακτό μες την πνοή του

Να την γυρίσει στους αιθέρες πέρα ως πέρα
Να την χαρίσει στη βροχή να την ποτίσει
Πάνω στο χώμα το νωπό να την δωρίσει
Να πιει η γης, ο κόσμος, και όλη η σφαίρα

Κι εγώ σαν λουλουδάκι διψασμένο
Θα πιω αγάπη μου το βρόχινο κορμί σου
Γιατί δεν είμαι πια σε ανθρώπου σώμα
Και εσύ είσαι πια η κόρη του ανέμου

¨Εξοδος

Στα παρθένα δάση των πιθανοτήτων ελαφροπατώ
Ψάχνοντας το ταίριασμα.
Της ψυχής μου την ακροστιχίδα ξετυλίγω
Με τους αρμούς ανοιχτούς, εκτεθειμένους
Ανάστροφοι πόλοι περιμένουν...

Έκκεντρα γυρίζω γύρω από έναν ήλιο θερμοστάτη
Με καλοκαίρι πρόσωπο και χειμώνα πλάτη
Δυικός, ολόκληρος στο μισό μου
Λειψό το δυο, στο τρία ποντάρω την έξοδο μου

Θα με ρουφήξω και θα εξαφανιστώ.

Άλλος στο 23?

Κάπως έτσι

Στους ακόρεστους από βήματα δρόμους πατώ
Μέχρι τον κόμβο, το αόριστο, την απόφαση
Στα αιωρούμενα σωμάτια ψάχνω διευθύνσεις
Και στην αόρατη ταλάντωση της υπόσχεσης

Ψήγμα ενόρασης, κατάλληλου μύθου το ίχνος
Σε άγκιστρο μη αιχμηρό, σε ατέρμονο σχοινί
Με δίχτυ πυκνό ανάλογο, ταλαντώσεων παγίδα
Δείκτες μηδενισμένοι, καρτέρι στο κενό ρήγμα

Εναλλάσσονται τα παράλληλα δίχως βούληση
Με σκέψεις οδηγούς στο πεπρωμένο της στιγμής
Μια κίνηση στο λαβύρινθο αλλάζει τη ρώτα
Η ερώτηση μένει διαλέγει ατραπούς

Ερίζω τον σκοπό και ο χρόνος μακραίνει
Μικραίνω την απαίτηση, βαραίνει ο λόγος
Ορίζω το αποτέλεσμα συνδέω το λώρο
Άπειρες πιθανότητες ανοίγουν στο χώρο

Έξω και μέσα διπλώνω αμφιβολίες
Τα υλικά τα βρίσκω στον αέρα μου
Χωρίς γρανάζια και εραστές στο σώμα μου
Ανεβαίνω βήμα βήμα στο αιθέριο μου

Αέναη δράση στην απορία της ερώτησης
Ζευγάρωμα του έρωτα με την απάντηση
Της πενίας κόρη η θέληση και η δίψα
Στον πόρο αφήνετε και πέρασμα κάνει

Ανάσταση

Στα μάτια των άλλων
το μοντέλο του εαυτού σου αναβοσβήνει
κι αναρωτιέσαι πως δακρύζει
στα στεγνά τους μάτια

Δεν σε γνωρίζεις πια δεν είσαι εσύ
μόνο μια αντανάκλαση, μια σκιά
Απορείς γι αυτό που έκτιζες
για χρόνια πάνω σε ξένα βλέμματα

Βουτάς τις σκέψεις σου στο αψέντι
παραίσθηση τη παραίσθηση ξεθωριάζεις
μα δεν είσαι εσύ, είναι ο παλιός σου πλαστός εαυτός

Σε πρόλαβε η αλήθεια σου και σε σκοτώνει
Πέθανε λοιπόν, πέθανε!
Τι φοβάσαι?

Ο ήλιος είναι κρυμμένος κάτω απ΄ το σάβανο

Μην σκιάζεσαι δεν θα κρατήσει πολύ
μόνο ένα πετάρισμα των βλεφάρων
Μετά μπορείς να πεις- καλώς ήρθες-
κοιτώντας το είδωλο σου στα καθαρά νερά
της συνείδησης σου

Τα μεγάλα σου λάθη πιστοί στρατιώτες του πεπρωμένου
παράδωσαν τα όπλα στη νίκη τους

Οι νύχτες που σ έθρεψαν έγιναν φως

Περίπατος

Τούτος ο περίπατος
μοναχικός διάλεξα να΄ ναι
σιωπηλός
σαν τα δένδρα στην άπνοια
του μεσημεριού
Αυτή τη μοναξιά της διαδρομής
που μάταια αναζητώ
Μα δεν είμαι μόνος
έζησα πολύ για να΄ μαι
Πολλές φωνές ξοπίσω μου
διεκδικούν, φωνάζουν

Σηκώθηκε αέρας
τα δέντρα δεν είναι πια σιωπηλά
κι αυτό ο περίπατος δεν είναι πια περίπατος
είναι φυγή

Ανατολή

Ανατολικά δύουν οι καρδιές των ποιητών
Στο κάλεσμα σειρήνας και ανύπαρκτων θεών
Στα ανάγλυφα σκαλίσματα στην όψη των ναών
Στις σάρκινες λέξεις που ντύνουν τη γύμνια των ψυχών

Όταν οι θεοί μιλούν με σημάδια και θύελλες
Ο ποιητής ακούει το σύρσιμο των βημάτων
Στα αόρατα αφήνετε σαν κατάρα στις ύαινες
Ράβοντας την σάρκα των άξιων θανάτων

Χέρι τρεμάμενο αραδιάζει το βίωμα, τη γνώση
Χωρίς όμηρους, η αλήθεια συστρέφει την πτώση
Άκρο υπάκουο σε νου που δε λαθεύει στο γράμμα
Σχήμα στο λευκό γράφει το άδυτο στο κάρμα

Από ανατολικά σκιάζουν οι ψευδαισθήσεις
Κόντρα στον άνεμο της σκιάς που γέρνει

Ο θάνατος του ποιητή

Σε προετοίμαζα καιρό μάτια μου
Χρόνια σου μιλούσα για την αλλαγή
Με άκουγες χαμογελώντας
Τα ένοιωθες σαν παραμύθι
Νόμιζες ότι θα κρατούσε για πάντα

Ο καιρός πέρασε γρήγορα
Και δεν κουράστηκες, ούτε κι εγώ

Η στιγμή όμως έφτασε για μένα
Η στιγμή για το μετά, για το αλλού

Μη φοβάσαι γλυκιά μου οι πύλες άνοιξαν
Έφτασε η ώρα, η ώρα της μαγείας

Όπου και αν πάω θυμήσου
Θα σου αφήσω σχοινί να με βρεις

Μην κλαις
Μην αφήνεις την ελευθερία να φεύγει απ’ τα μάτια σου υγρή
Μην τη ξοδεύεις
Θα σου χρειαστεί να κάνεις όνειρα

Πάμε εκεί που σου είπα γλυκιά μου
Εκεί στον ακρολυθο με θεα τη θάλασσα
Κράτα μου το χέρι και κοίτα με

Θα φύγω με το αγέρι
Τη σωστή στιγμή
Καθώς η αυγή θα πυρακτώνει τα μάτια μου

Βίωμα

Ώρες σκυφτός πάνω από ένα βιβλίο εξατμίζομαι
η μέρα κατρακυλά.
Έξω απ’ το παραθύρι το απόγιομα μελώνει
Μια θαλπωρή αγκαλιάζει το δωμάτιο
Και τα μουδιασμένα μου άκρα την ευγνωμονούν
Υπέροχη αυτού του είδους η μοναξιά
Ανασαίνω βαθιά ως το είναι μου

Μικρή ανάπαυλα, μια γουλιά ζεστό καφέ
Κοιτάζω έξω πάνω απ’ τα γυαλιά μου
Τα χρώματα λιώνουν και σκουραίνουν
Άρτιο συναίσθημα πίσω απ’ τα μάτια

Στο βάθος του ορίζοντα μου φάνηκε πως είδα
Τον Μετατρόν με σμήνη αρχαγγέλων ξοπίσω του
Να τραβά κατά τη δύση
Αυτό το βιβλίο με κρατά ακόμη όμηρο
Ξανάβαλα τα γυαλιά μου και βούτηξα στην επόμενη σελίδα

Απολάμβανα την καλή μου διάθεση
Τις έγνοιες μου τις έβαλα στη μπανιέρα να μουλιάσουν
Αύριο, πρώτα ο θεός, στεγνές θα τις ξαναφορέσω

Τι όμορφη που είναι η ζωή ώρες ώρες!

Στιγμές

Στιγμές βαριές σαν σίδερο
Ασήκωτες σαν την απουσία της σιωπής
Σιωπηλές θλίψεις μαρμαρωμένου φόβου
Μνήμες που δεν χωράν στης λήθης το κορεσμό
Κοιτώ
Όλα τούτα που γκρεμίζουν βουνά θέλησης
Τούτη την απουσία της γυάλινης μάσκας μου

Στιγμές κενού
Δίχως εκείνο το αεράκι που δροσίζει το μέτωπο
Μόνο μια αλκοολική τρύπα στον αιθέρα
Μια ανάσα παγωμένης φωτιάς
Ένα συμπαγές τίποτα

Στιγμές αβίωτες, κριμένες
Σαν το κλειδί κάτω απ΄ το χαλάκι της πόρτας
σ΄ ένα σπίτι που δεν μένει κανείς

Στιγμές
Μικρά κομμάτια αιωνιότητας
πιασμένα χέρι χέρι
Ένας τρελός χορός λουλουδιών
και η ψυχή μια μέλισσα

Στιγμές καινούργιες, αφόρετες
Σαν τον πρώτο παιδικό μου έρωτα
Ρούχο που ευτυχώς δεν φόρεσα ποτέ
Αμάραντο κρίνο της νιότης μου

Δεν υπάρχουν στιγμές έξω απ΄ το χρόνο
Μόνο δέντρα νεκρά, άφυλλα
Ανίκανα σύννεφα για βροχή
Φυγόπονες σκέψεις σε πρωινό λήθαργο
και γλυκόπικρα φρούτα της λησμονιάς

Μια θάλασσα στιγμές
κι εμείς κολυμβητές
τ΄ απείρου

Γυναίκα θεά

Σε καμάρωνα καθώς έτρεχες
ανάμεσα στα λουλούδια της άνοιξης
Αιθέρια γυναικεία φύση
Θαύμαζα απονήρευτα το λευκό σου σώμα
καθώς ανεπιτήδευτα φανέρωνες
παίζοντας πάνω στο φρέσκο γρασίδι

Σα να έβλεπα τον αέρα να αγγίζει το δέρμα σου
και να εξυμνεί μέσα απ΄ τα φύλλα των δέντρων
το δώρο της θεία σου ομορφιάς

Οι γεμάτες νόημα πτυχώσεις του λευκού σου φορέματος
συν ταίριαζαν αρμονικά με το ξένοιαστο χαμόγελό σου
Τα κυματιστά μαλλιά σου στο χρώμα της κανέλας
στόλιζαν το ροδαλό σου πρόσωπο
σαν σκαλιστή κορνίζα σε σπάνιο έργο τέχνης
Η γλυκιά σου μυρωδιά σαν από φρούτα και λιβάνι
πότιζε το είναι μου σαν θεία λειτουργία

Ακαταμάχητη, ιδανική και απρόσιτη μου φαινόσουν
και εγώ τόσο λίγος μπροστά στην ύπαρξή σου
Τα λουλούδια έγερναν προς το μέρος σου
για να χορτάσουν από την ευτυχία σου που ξεχείλιζε
Τα μάτια σου δυο φύλλα κρυστάλλινου δυόσμου
φώτιζαν την λαχτάρα της καρδιάς μου

Έτσι απλά, χωρίς λόγια, έγινες δρόμος, πύλη
και μυστικό πέρασμα
από τότε δεν ξαναείδα το θεό

Έμεινες μέσα μου σαν γλυκιά προσευχή
Ορόσημο της μετέπειτα ζωής μου
Κρίνο αμάραντο κι ανέγγιχτο

Γυναίκα θεα, ανεξίτηλο ον της μνήμης μου
Ολοκλήρωση του ατελή εαυτού μου

Προσωρινή και εσύ σαν αυτή την εποχή
μα και τόσο αιώνια συνάμα

Αγκύλωση

Δυο κόκκινα μάτια παραμονεύουν πίσω απ’ τις φυλλωσιές
Μια αστραπή ξεσκίζει το μαύρο ρούχο της νύχτας
το λευκό της σώμα καταρρέει από ντροπή
Εύκολη λεία

Ο χρόνος, … σε κόμμα

Η μέρα παγωμένη φορά το ξεσκισμένο ρούχο και σκοτεινιάζει
Αύριο μακάβριο

Ο ήλιος στη θέση του…

Ηλεκτρικά κύμβαλα αποχαυνώνουν ψυχές
Αλλεπάλληλα κύματα βλαστήμιας δονούν τον αέρα
Σε βαθιές σπηλιές φυτρώνουν υποσχέσεις

Άνθρωποι που αγνοούν την εσωτερική τους αγκύλωση
Ξερνάνε ψέμα και χολή

Το εκκρεμές του Φουκώ σταμάτησε
Ο διαφωτισμός ο ρομαντισμός ο ρεαλισμός και τα παιδιά τους
κείτονται νεκρά

Μπρος στα όπλα θα ανθήσουν οι ψυχές μας
Οι στάχτες θα γεννήσουν……

Ανάσταση

Στα μάτια των άλλων
το μοντέλο του εαυτού σου αναβοσβήνει
κι αναρωτιέσαι πως δακρύζει
στα στεγνά τους μάτια

Δεν σε γνωρίζεις πια δεν είσαι εσύ
μόνο μια αντανάκλαση, μια σκιά
Απορείς γι αυτό που έκτιζες
για χρόνια πάνω σε ξένα βλέμματα

Βουτάς τις σκέψεις σου στο αψέντι
παραίσθηση τη παραίσθηση ξεθωριάζεις
μα δεν είσαι εσύ, είναι ο παλιός σου πλαστός εαυτός

Σε πρόλαβε η αλήθεια σου και σε σκοτώνει
Πέθανε λοιπόν, πέθανε!
Τι φοβάσαι?

Ο ήλιος είναι κρυμμένος κάτω απ΄ το σάβανο

Μην σκιάζεσαι δεν θα κρατήσει πολύ
μόνο ένα πετάρισμα των βλεφάρων
Μετά μπορείς να πεις- καλώς ήρθες-
κοιτώντας το είδωλο σου στα καθαρά νερά
της συνείδησης σου

Τα μεγάλα σου λάθη πιστοί στρατιώτες του πεπρωμένου
παράδωσαν τα όπλα στη νίκη τους

Οι νύχτες που σ έθρεψαν έγιναν φως

Περίπατος

Τούτος ο περίπατος
μοναχικός διάλεξα να΄ ναι
σιωπηλός
σαν τα δένδρα στην άπνοια
του μεσημεριού
Αυτή τη μοναξιά της διαδρομής
που μάταια αναζητώ
Μα δεν είμαι μόνος
έζησα πολύ για να΄ μαι
Πολλές φωνές ξοπίσω μου
διεκδικούν, φωνάζουν

Σηκώθηκε αέρας
τα δέντρα δεν είναι πια σιωπηλά
κι αυτό ο περίπατος δεν είναι πια περίπατος
είναι φυγή

Περι δικαίου και αδίκου

Δεν είναι το άδικο που με λυπεί
μόνο η μοναξιά του δίκιου η ασάλευτη
Το λουλούδι που κόπηκε από Αγάπη
και έπαψε να ζει, άδικα λέω
δικαιώνοντας την ύπαρξη του
Σαν τη λέξη που σου τρύπησε το τύμπανο (σ΄ αγαπώ)
την ώρα που ψιθυριστά σε πρόδιδε η ευκολία
Τώρα έχεις δίκιο να θυμώνεις

Δεν είναι το άδικο που με λυπεί
μόνο η περηφάνια του δίκιου η μικρόψυχη
Αυτή την περηφάνια που του προσάπτουμε
για να γλυκάνει το εγώ
τις ώρες του γέλιου μόνο
Εκείνο το βλέμμα το ξέχειλο από ικανοποίηση
μέχρι την επόμενη φορά της ήττας

Έτσι όπως ανθίζει η άνοιξη χωρίς κομπασμό
μ΄ αυτές τις συγκοινωνούντες ρίζες
έτσι να μοιάζει το δίκιο
και τ΄ άδικο γόνιμο χώμα να΄ναι

Σουρεαλιστικό

Αρνητικές αποχρώσεις σε ανάποδη πόλωση
μου αναφέρονται σε στάση προσοχής
Έτσι μια ψυχεδελική ανάγκη
με σκούντησε να ενδώσω
Καθήμενος σε όρθια στάση
στο τρίγωνο γραφείο μου
παρακολουθούσα τις ανατροπές
να εξατμίζονται απ΄ το κεφάλι μου

Στον απέναντι καναπέ ένας λέων
σαλιαρίζει με πρόθεση να καταβροχθίσει
όλες τις ανατρεπτικές μου σκέψεις
Και θέλω τόσο πολύ να τις πετάξω
στο χαρτί να φυτρώσουν!

Ένα έμενε.. να το ταΐσω..
έκοψα τη γλώσσα μου σύριζα
και την έδωσα να τη φάει
τώρα έχω λίγο χρόνο για σπορά

Δεν θα ξαναμιλήσω μα δεν με νοιάζει
έχω μιλήσει πολύ
τώρα θα γράφω, μόνο θα γράφω..

Ο λαίμαργος λέων πήρε αυτό που ήθελε
και εξαφανίστηκε…
Τώρα κατάλαβα τι παίζει!!!

Βούτηξα την πένα στη ρίζα της κομμένης μου γλώσσας
και έγραφα ασταμάτητα με κόκκινο…!

Σαν τελειώσω θα βουτήξω
στο αποχετευτικό σύστημα του σύμπαντος
Με το λευκό λινό μου κουστούμι
στον ορίζοντα γεγονότων
μιας μαύρης τρύπας…!!!

¨Εναστρο φιλί

Ένα φιλί από έναστρο ουρανό
Σκίρτημα θεού
σε ανάγκη γλυκιάς αναζήτησης
μ΄ όνειρο μοιάζει
τέτοιο που σοκάρει τη σάρκα
το νήμα της σύνδεσης
σ’ αμφίδρομο τρόπο

Αφουγκράζονται οι πατούσες τη γη
γυμνές εκτεθειμένες
στο πέρασμα ουράνιου πομπού
απ΄ τη ραχοκοκαλιά στο χώμα

Ακίνητος μέσα μου
με μια δίψα ήλιου
τα λευκά μου πουλιά
σε κύκλους λυμένους
τη σπείρα ξεδιπλώνουν

Μια και οι λέξεις δεν είναι τα πράγματα
μα βέλη ακτινοβόλα
δείχνουν τα από πίσω
Σαν την φανταστική μου υπόσταση
Προβολή των ιδιοτήτων μου
από ένα άλλο σύμπαν

Εκεί

Εκεί…
Στους ανύπαρκτους δρόμους,
στο σώμα το αυλό,
στις ανάποδες σκιές.

Εκεί…
Που όχι ακόμη.
Πάνω και έξω.
Στο βύθισμα,
στην άναρχη αρχή,
στο βαθύ κόψιμο.
Στην άλαλη συνέχεια.

Εκεί…
Στη βρώμικη πληγή,
στον αγιασμό.
Στον απατηλό ιστό,
στα γέλια της κατάρας.
Στα σωθικά της τρέλας.
Πεπερασμένος θάνατος.
Ζωή,
Βελόνα και κλωστή.

Εκεί…
Που δεν…
Χλιμίντρισμα χρόνου.
Σκυλιά με καπέλα.
Αίμα, ορός, λάμψη.
Δέος απόπατου.
Αγκαλιές χωρίς χέρια,
Βλέφαρα κομμένα.

Εκεί…
Ελπίδα βέλος,
Στόχος κενού.
Αύριο, ίσως,
Τώρα, ποτέ.
Χάχανα σφαγίου.
Η γη σφαίρα,
Αυτοκτονίας.
Ήμαρτον στις λάσπες.

Εκεί..
Παντού,
Πουθενά.

Εκεί…
Εδώ.

Μόνο εδώ.-

Παραμύθι

Καθόμουν στο παράθυρο και σιγοτραγουδούσα
Δυο νότες φάλτσες γλίστρησαν απ΄ το στόμα μου
Κ΄ έπεσαν στο πλακόστρωτο της πλατειάς
Δυο μικροί σπίνοι κατεβήκαν και τις πήραν
Πέταξαν για λίγο και μετά τις άφησαν
Στο καπέλο ενός πλανόδιου μουσικού

Αυτός έσκυψε τις πήρε και τις κοίταξε
Χαμογέλασε με ευχαρίστηση
Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί
Πάνω του ένα ζωγραφισμένο πεντάγραμμο
Άφησε της νότες να πέσουν στο χαρτί
Κι αυτές αμέσως πήραν τη θέση τους
Σε δυο κενά ανάμεσα στις άλλες

Ακούμπησε το χαρτί κάτω
Και έβγαλε το σαξόφωνο απ΄ τη θήκη του
Άρχισε να παίζει την σύνθεση του με πάθος
Οι περαστικοί σταμάτησαν και άκουγαν με προσοχή
Η μουσική του πλημμύρισε την πλατεία
Ακόμη και τα πουλιά έκαναν ησυχία

Σαν τέλειωσε ένα δάκρυ του γλίστρησε και έπεσε κάτω
Ένα λουλουδάκι σε μια χαραμάδα του πλακόστρωτου
Το ρούφηξε και πήρε παράταση ζωής

Από τότε άρχισα να τραγουδώ φάλτσα
Ο μουσικός να ταΐζει τα πουλιά
Και το λουλουδάκι πρόσμενε ένα του δάκρυ


Τίποτε δεν πάει χαμένο
Ίσως το κακό να είναι το καλό σε λάθος θέση.-

Το δένδρο της ψυχής

Πλημμύρισαν οι σκιές σου στο βαθύ μεσημέρι
με χόρτασαν
Θα ξαναβγώ στον ήλιο, στο φως της επόμενης μέρας
χωρίς φόβο
Γιατί καταφύγιο σ΄ έχω και παρασόλι πράσινων φύλλων
αψηλό μου
Μια απ΄ αυτές τις μέρες τ΄ όνομα σου θα σου δώσω
το μυστικό
Εκείνο το αρχαίο το σωστό, το ταιριαστό στης ύπαρξη σου
το ασάλευτο
Θα σε επισκέπτομαι από ανάγκη, κάθε που ο ήλιος θα καίει
τις προσπάθειες μου
Να αφήνω στις ρίζες σου το μικρό θάνατο της εξάντλησης
παραδομένος
Νιώθω ότι σου χρωστώ τις αντοχές μου, την δύναμη που έχω
να βαδίζω
Πώς να πω, αδικημένος τάχα πως είμαι ,το δένδρο της ψυχής μου
ως τον θάνατο θα στέκει.

Ανάσες

Μύριζα τα χρώματα στο σεντόνι
που άφησε η απουσία σου
Μια παράξενη συναισθησία με συνεπήρε
καθώς χάιδευα τις λέξεις
που ξέχασες στο μαξιλάρι

Δυο τρεις ανάσες τριγυρνούσαν
στο δωμάτιο εγκλωβισμένες
απόρροια του έρωτα σου
να επαναλαμβάνουν συνεχώς
είμαι εδώ…είμαι εδώ…

Άνοιξα τα παράθυρα να σε διώξω

Κατέβηκα στο κήπο γυμνός
με το απόγευμα να γλυκαίνει αβάσταχτα
Αισθανόμουν τόσο άδειος και τόσο πλήρης
Τι όμορφη στιγμή να πεθάνει κανείς!

Απόσταγμα

Μύρισε κι απόψε το γιασεμί
Ίδιο πάντα
Σαν από τότε
που γεννήθηκε ο κόσμος
Και συ απορείς τι άλλαξε
Στο εδώ, στο τώρα
Κάτι ίσως ανάμεσα στα φύλλα
στον ψίθυρο του αέρα
Σ΄ αυτό το αιώνιο αποστακτήρα
των ψυχών
ο θάνατος μοσχομυρίζει
Σαν αρχαίοι ύμνοι χτίζουν
στο αιθέριο μονοπάτια
συλλαβιστά και απόμακρα
Πάντα στην ίδια μυρωδιά
ο μετρονόμος της ψυχής μου
μετρά αδιάκοπα τις εναλλαγές
σε ένα ρυθμό αργό σαν της πέτρας
Ξοδεύτηκα στις αισθήσεις μου, αυτό είναι αλήθεια
μα τώρα ξέρω να μετρώ
Κρατώ το μολύβι σταθερά κι αντέχω
μέχρι να ματώσουν τα δάχτυλα
Μέχρι να μάθω αυτό που γλιστρά και ξεφεύγει
κάθε που το κοιτώ
που το οσμίζομαι

Μύρισε κι απόψε το γιασεμί
Θα το παντρέψω με την ανάσα μου
Και ας με πάει …..

Αεράκι

Στην αγκαλιά της αλλαγής
Θα ξοδεύετε ο χρόνος
Στο τρισδιάστατο μανδύα του απατηλού
Το κενό μόνο για τα μάτια
Συμπαγές το Είναι
δικτυώνετε ψηλαφιστά
μες την άγνοια των ζωντανών

Ένα αεράκι πάντα θα προειδοποιεί…

Τα αόρατο νήμα της ψευδαίσθησης
φανερώνετε μόνο σαν κοπεί

Θ+θ

Σε πρόδωσε το χνότο σου
την ώρα που το ψέμα γλιστρούσε
ψιθυριστά στους ώμους

Για κοίτα
πόσα στόματα σου μοιάζουν
θηρευτή..

Λέξη δεν πίστεψα..

Αν τολμάς φόρα το σώμα μου
και ζήσε
θα σε πλανεύω εγώ με λήθη

θάνατο σε λένε
ε και..

Εγώ θα καβουρδίζω την ψυχή μου
θεού ρόφημα..

Καληνύχτα λοιπόν

Κοιτώ τις μοναξιές μου
αυτές που σαν δένδρα ρίζωσαν μέσα μου
Όλες αυτές τις λέξεις που δεν είπα
γιατί δεν τις γνώριζα
Τώρα κοιτώ, μόνο κοιτώ
Την άγνοια που έκτισαν τα μάτια μου
γελασμένα απ΄ το φως
Τώρα τι μου έμεινε….
Μόνο γράμματα να ερωτοτροπούν
πάνω στο λευκό χαρτί
Θέλοντας να γεννήσουν
τις καινούργιες μου λέξεις
Σ΄ αυτή την έναστρη αμορφωσιά μου
θα περπατώ κι ας με εκδικείται
Μοναδική μου συντροφιά μια ανησυχία
μήπως τα παρεξήγησα όλα
μήπως χάσω το φως μου
τώρα που έμαθα να βλέπω
Καληνύχτα λοιπόν, καληνύχτα…
Ίσως απόψε συμβεί το ανέλπιστο.

Μνήμη

Μικρό μου, σ΄αυτή τη θάλασσα
που σε γέννησε μην κρύβεις μυστικά
γλυκά σε νανούριζε γνωρίζοντας ποιος είσαι
μην ξεκόβεσαι
μην ξεμακραίνεις
Αχ ακριβό μου σε γέλασε ο άνεμος πάλι
Κοίτα λίγο πίσω, μόνο λίγο
κοίτα πως σβήνει τα ίχνη σου..
Τώρα έχεις δικό σου σώμα μα μην ξεχνάς
απ΄ το στόμα σου ο λόγος της θα ξεχειλίσει
Λόγο το λόγο κτίζεσαι
κύμα το κύμα, λιγοστεύεις

Μην ξεχάσεις..
…ποτέ…

Αρχή

Στου φορέματος σου τις πτυχώσεις
θα αιωρούμαι
Ξαστεριά με μάτια άστρα να λαμπυρίζουν
στ΄ ατλάζι το κυματιστό
ατέρμονο σύμπαν
Σαν υπερκαινοφανείς κινούν τα νεφελώματά σου
ήλιους να γεννάς
γελαστούς

Στου χρόνου σου το αμετανόητο βέλος
θα κρεμώ τις σελίδες μου
να στεγνώσουν
απ΄ της προσευχής το δάκρυ

Ηλιακός άνεμος στους πόλους σου
να λάμπει το σέλλας
από την άμυνα της μαγνητόσφαιράς σου
μοναξιά αναρτημένη
λόγος και αίτια

Στην ελευθερία της φυλακή σου
Θα στριφογυρίζω
ισόβιος γιο σου
Περιμένοντας τα κλειδιά του θανάτου

Ως τότε θα καταβροχθίζω τη γνώση σου
Τους κραδασμούς σου
Τις πύλες σου τις μυστικές

Μικρό ον θα παίζω με τα σπίρτα
μέχρι την αρχή μου να βρω
Το μποζόνιο χιξ της ψυχή μου

Αισθήσεις

Πως μια ματιά τρίβετε
πάνω στους τοίχους της αμφιβολίας
πως μικρή είναι και περιορισμένη
για να δει έξω απ΄ το φάσμα της
Κι αυτή η ακοή στα μέτρα της
αντιλαμβάνεται τον κόσμο
μα της πέφτει μεγάλος
Η μύτη στα σχήματα της υπονοείτε
πέρα της ιδιότητάς της
για τις μοσχοβολιές και όχι μόνο
Η γεύση αρχόντισσα τακίμι της γλώσσας
για αυτά που μπαίνουν κριτήριο
για αυτά που βγαίνουν αμέτοχη
Η αφή α η αφή, πλανεύτρα και άδολη
αμφίδρομη συγκινιέται ακόρεστα
Μια έκτη σπάνια πια, κοιμάται ήσυχη
περιμένοντας τον πρίγκιπα της άνοιξης

Έξι κυρίες παντρεύτηκα σαν γεννήθηκα
Την έβδομη ψάχνω πριν το φυσικό να συμβε

Απλότητα

Θα΄ θελα η ζωή μου να ήταν απλή
πολλή απλή
σαν σπαρτιάτικη ζωή
σαν γιαπωνέζικο δωμάτιο
μα δεν είναι
Χρειάζομαι χρόνο αλλά δεν ξέρω αν έχω
μα δεν παραιτούμαι, προσπαθώ ακόμη
Λίγα τα χρόνια της ζωής
και οι έρωτες ατέλειωτοι
Βαρέθηκα να παίζω με τις λέξεις
και τα πολύπλοκα του νου τερτίπια
Εκείνο το λευκό της αγαθότητας ψάχνω
αλλά όχι αυτό της άγνοιας μα με πλήρη γνώση
συνειδητής ύπαρξης του είμαι
Το βλέπει κανείς σαν περνούν τα χρόνια
Όπως μαζεύουμε πράγματα και γεμίζουν τα σπίτια μας
Έτσι γεμίζει και η ζωή, η μνήμη, με πράγματα
που δεν τα χρειαζόμαστε πια
Θα μάθουμε κάποτε, ότι κατέχουμε μας κατέχει
Ανούσια ομηρεία σε ότι κουβαλά άχρηστη πληροφορία
μόνο προσκόλληση συνήθειας
Οι αλήθειες είναι τόσο απλές!
αλλά μόνο αν τις γνωρίσεις
όλα τα πριν πολύπλοκα
Επικίνδυνη είναι και η προσκόλληση
στη μη προσκόλληση
αλλά και αυτό μέρος της διαδικασίας είναι
θα φτάσω πιστεύω στο σημείο που με λίγα και καλά
να αναζητήσω της ζωής μου την ειμαρμένη εν ειρήνη.

Φέυγω

Να χρεώνω το χρόνο
στους αριθμούς του
τα συναισθήματα να τοκίζω μέσα του
με ανάσες αυγής
και εκπνοές δειλινού

Να πατώ στο καινούργιο
Να αλλάζω τα δεδομένα της εξίσωσής μου
Να περνώ απ΄ τον τρύπιο χρόνο
την υπόσχεση της ανέλιξής μου

Δέντρα και ποτάμια, σύντροφοι
Θεσπέσια όντα
Στο φλεβικό σύστημα της Γης μου
Βάση εκτόξευσης

Φεύγω λίγο λίγο
με τη φθορά σώματος
τροφός αόρατης συνέχειας
εξατμίζομαι σαν
Αύγουστος