Pages

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Μόνο Φως

Τις μέρες που έχει ήλιο να θυμάσαι
η καρδιά είναι φτιαγμένη από φως
τις νύχτες το σκοτάδι που φοβάσαι
άσε τη φλόγα σου να γίνει εαυτός

Τα νέφη του μυαλού σου να σκορπάς
στο τώρα δεν χωρούν οι αναμνήσεις
μες τη δροσιά του κόσμου να χωράς
ότι Αγαπάς στο στόμα να φιλήσεις

Ο πόνος σαν λουλούδι που ανθίζει
στα χέρια ενός παιδιού χαμογελά
σαν πορτοκάλι η ανάσα να μυρίζει
και η χαρά να σε πηγαίνει πιο ψηλά

Βάλε στο στόμα μέλι να γεννήσει
τις λέξεις που ανθίζουν στις καρδιές
το θαύμα στον αέρα να μυρίσει
να΄ναι οι μέρες ακόμα πιο γλυκές

Ατσάλωσε το θέλω στις γροθιές σου
το κάλλος να είναι ο Λόγος της ζωής
το ποίημα που ριζώνει στη ψυχή σου
νερό να γένει μιας όμορφης πηγής

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Σαν φύλλο

Κι αν Αγαπώ σαν φύλο πέφτω
στις ρίζες γέρικου κορμού
σαπίζω λίπασμα θα γίνω
ουσία του ίδιου του κλαδιού

Και πάλι φύλο θε να γίνω
όπως υπάρχω Αγαπώ
κι ας πέφτω χάμω κι ας γυρίζω
είμαι η μοίρα δίχως νου

Της αρμονίας είμαι πιόνι
ο νους του λόγου συνεχές
άναρχης δύναμης σεντόνι
σκεπάζει όλες τις κορφές

και πριν το δεις γίνεται σκόνη

Αγάπαμε

Δειλές σκέψεις
στο στόμα καίνε
σαν ευχές
Αγκαλιές νοερές
διψασμένες
ψάχνουν παραλήπτη
στης μέρας το γέρμα
Οι αποστάσεις
μια ανάσα μα
μα τα χέρια δεν φτάνουν
Αγάπαμε, σε άτολμους ψίθυρους
μιας κατεύθυνσης
και οι καρδιές τρύπιες
Σε γιορτές χαμόγελα
προσπαθούν
να κτίσουν γέφυρες
γκρεμισμένες
Τα στολίδια παντού
εκτός από μέσα
Αγάπαμε
Αγάπαμε σε παρακαλώ
το δάκρυ τρέχει
προς τα μέσα
Ο εαυτός μικρό παιδί
το δώρο περιμένει
Αγάπαμε, σ΄ ευχαριστώ

Κάτι άστεγες ψυχές
την καρδιά μας κουβαλούν
την φιλούν
στο λειψό πανωφόρι
ζεστή
Ο πολιτισμός στη τσέπη
ξεχασμένος με τα χνούδια
του ρούχου
ξεπλυμένος
Κι ο Χριστός
δεν ξεμυτά απ΄ τις εκκλησιές
φυλακισμένος από μας

Αγάπαμε μωρέ..
Αγάπαμε λιγάκι…

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Προσευχής καθρέπτης

Οι κουρασμένες μέρες μας
ανακάθονται στο χείλος του πηγαδιού
μουρμουρίζοντας ξόρκια
Κρεμασμένοι απ΄ τον ήλιο
με αλυσίδες που λιώνουν
κι από κάτω το χάος χάσκει

Κάτω απ΄ το μανδύα της απελπισίας
τσαλακωμένα φτερά ατροφικά
περιμένουν το κατάλληλο ξόρκι
ν΄ απλώσου στο χώρο το λευκό τους χρώμα

Ο Φάνης ο αδελφός της νύχτας
σινιάλο περιμένει στο μεταίχμιο
πριν λιώσουν οι αλυσίδες της ασφάλειας
τις επωδούς να πούμε τις κατάλληλες

Οι προσευχές για να ΄βρουν παραλήπτη
πρέπει ο καθρέπτης της επίγνωσης να ανακλά
μέσα στο σώμα της συνείδησης βαθιά
εκεί γραμμένο θα βρεθεί το άσπρο ξόρκι

Καινούργια αυγή

Ψηλά βουνά και θάλασσες
στο νου μου ταξιδεύουν
περίμενα εδώ μα άργησες
οι μνήμες μου αλητεύουν

Μα δεν ξεχνώ πως πέρασες
σαν ήλιος στην καρδιά μου
τα δώρα που μου χάρισες
πληγές στην μοναξιά μου

Κλείνω τα μάτια σαν κοιτώ
άσχημος είναι ο κόσμος
μόνο το βλέμμα σου ζητώ
φρέσκος μυρίζει δυόσμος

Στον άγριο μέγα χείμαρρο
του Ερώτα του πάθους
βαρκάκι έπεσα μικρό
στην αγκαλιά του λάθους

Σταυρέ μου σε αγάπησα
μου έμαθες να πονώ
στα αγκάθια μου περπάτησα
κι έμαθα να Αγαπώ

Έτσι ξημέρωσε η αυγή
στο νέο πρόσωπό μου
λουλούδια γέμισε η γη
γέννησα τον καρπό μου

Εντροπία

Θωπευτής άνεμος
σε χείλια υγρά
ψιθύρους στεγνώνει

Χαλύβδινο ψέμα
σε πόρο ανοιχτό
τη λήθη καρφώνει

Αφρίζει το νάμα
σε μαύρη γλώσσα
ανάσα που φτύνει

νόρμα που φθίνει / σε Άλκιμο σύμπαν
σπείρα που κλίνει / ανέλιξης θρύμμα
αρμονία που λύνει / το μέτρο στο βήμα

Κορώνουν οι ασπίδες
στον άνεμο του ήλιου
κορμί που χάσκει

Δυο κούπες με αίμα
μια μαύρη μια άσπρη
σε κορφή που αστράφτει

Χωρισμένη Αγάπη
από ξίφος απάτη
ποιητής που τσεβδίζει

Σημείο μηδέν

Εκπρόθεσμος άνεμος στροβιλίζει
δανεικές ανάσες σε σώματα άδεια
κλειστές πόρτες η ανέχεια κτίζει
ηδονικά προς τα μέσα βρόμικα χάδια

Διονύσου γιορτές σε δανικά ποτήρια
ζαλίζουν την μέθεξη σαν νυχτώνει
σκοτεινά μάτια μας κόβουν εισιτήρια
σε ακροπόλεις μαύρες ήλιος που λιώνει

Ευδιάκριτα ζωγραφίζετε το πέρας
με γλώσσες φιδιών μυστικά ψιθυρίζει
λόγια ανομίας στο φόρτο της μέρας
μακάβρια λέξη στο νου μας να βρίζει

Κατηφορίζοντας προς την Ανάσταση
σε ανίερους βωμούς τα σώματά μας
πουλούν το θειο αίμα για παράταση
μα μια ρομφαία φυλά τα όνειρά μας

Μαρμάρωσε ο φόβος στις κολόνες
ένα μειδίαμα σκαρφαλώνει γοργά
της ψυχής μας σηκώνονται πυλώνες
φωνή έναρξης σημείο μηδέν το τώρα

Αιώνια προσωρινός

Σαν κλωναράκι να με λυγίσεις
σαν χορταράκι να μαραθώ
σαν ένα στάχυ να με θερίσεις
και τη ζωή μου να αρνηθώ

Να γίνω χώμα να με σκαλίσεις
σαν λουλουδάκι να ποτιστώ
το άρωμά μου να το μυρίσεις
στα δυο σου χέρια να κοιμηθώ

Σαν μια εικόνα με ζωγραφίζεις
με μια ανάσα μου δίνεις ζωή
αν καταφέρω και μ΄ αγαπήσεις
θα γίνω Αιθέρας γλυκιά πνοή

Να γίνεις λίβας να με στεγνώσεις
στον ουρανό σου να υψωθώ
σαν το νεράκι να μ΄ εξατμίσεις
μέσα στο φως σου να σκορπιστώ

Ανοιχτα πανιά

Στ΄ αλαβάστρινα χέρια των παιδιών
ιδρώνουν οι υποσχέσεις των μεγάλων
πληγές που θα ανθήσουν στο μέλλον
στο φίλυδρο δέρμα αθώον παιχνιδιών

Η αταξία στα στόματα λάγνα θεριεύει
λησμονιάς λέξεις θάλασσα που στρέφει
Εμφιαλωμένος αγιασμός αμνό γυρεύει
ψυχή υγρή ανήμπορη που κάτω ρέπει

Στα σύννεφα ο καιρός μας αριθμείτε
στα στάσιμα νερά της θλίψης κολυμπά
δυνατά ιστορία μας φωνάζει θυμηθείτε
ανέβηκε αέρας ώρα να ανοίξουμε πανιά

Ολογράφημα

Η ολογραφική παράσταση αρχίζει

Η πυρακτωμένη σφαίρα
ξεπροβάλει πίσω απ΄ τους όγκους
ακτινοβολεί θέληση πάνω στη σύνθεση

Η τριών διαστάσεων αντιληπτικότητα
ξετυλίγει το κουβάρι της ψευδαίσθησης
καθώς τα ηλεκτρικά δυναμικά δικτυώνονται

Δισεκατομμύρια βιολογικά κομμάτια
μιας εξωσυμπαντικής συνείδησης
αναλώνουν την κατανόηση σε ανταλλάγματα

Η γαλάζια τελεία στο πουθενά χωνεύει ατομικότητες
Το Αιώνιο ξοδεύεται σε νοητικά υποπροϊόντα
Καθώς οι βιομάζες ξερνούν κατακόκκινη απώλεια

Ένα διπρόσωπο Θ διαφεντεύει την υλική υπόσταση
σαν αισθητικά και νοητικά κέντρα τεμαχίζουν το όλο
και η πύρινη σφαίρα ξαναχάνεται πίσω απ΄ τους όγκους

Το σκηνικό επαναλαμβάνεται μέσα στο μέτρημα
Τα κόκκινα ποτάμια της αγνωσίας ρέουν ζεστά
Περιμένοντας μικρή συγκομιδή μιας τεράστιας σποράς

Μερικά Ψ εξατμίζονται ζεστά σε υψηλές ταλαντώσεις
Τα ποτάμια του πόνου στερεύουν μπροστά στο θαύμα
Παρηγοριά γι΄ αυτούς που έμειναν στην ίδια τάξη (πλανήτη)

Οι άθλιοι

Η μουσική των χρωμάτων
σε ασπρόμαυρα δωμάτια
απαγχονίζεται
Από σφραγίδες φθαρμένες
και χέρια χωρίς ρόζους
βασανίζεται

Ο ήχος της καλημέρας
σε ξεκούρδιστα λαρύγγια
ξοδεύεται
σκουριασμένη και φάλτσα
σαν μανδύας βλαστήμιας
στειρώνεται

βρώμικες χειραψίες
με ψηφιακή καθαρότητα
αστράπτουν
λόγια χειρουργεία
χωρίς αναισθητικό
πετσοκόβουν

Οι δρόμοι φθαρμένοι
από δίκιο κι αγώνα
πεθαίνουν
μόνο λύκοι κι αγρίμια
τις νυχτιές έξω απ΄ τα σπίτια
χορεύουν

Αν και ξύπνιος κοιμάσαι
ανθρωπάκι φοβάσαι
να ζήσεις
τα παπούτσια στο χολ
όπλο το τηλεκοντρόλ
να ελπίζεις

Στο αύριο

Ανθίζουν οι μοναξιές
σ΄ αυτή τη πόλη
κάτεργο
πλημμύρισε με προσευχές
ο ύπνος αγχόνη
παράπονο

Γέμισαν οι οθόνες δες
ψυχή μου πόρνη
παράλογο
αυτές τις ώρες τις λειψές
ο ήλιος γέρνει
απ΄ άδικο

Με δυο λέξεις τρυφερές
το σώμα κλαίει
παράφωνο
γιατί στερέψαν οι αγκαλιές
κακό που πίνει
αδιάφορο

Τις σκέψεις μας τις τολμηρές
που φόβος σβήνει
ακούραστος
τον πόνο και τις προσβολές
οργή που κρίνει
ανήφορος

Η τόλμη μας η παιδική
στο χρόνο στράφι
ακάματο
η ιστορία μας στη Γη
τόνοι χαρτί
αδιάβαστο

Στις τελευταίες μας στιγμές
πολίτες σκόνη
στο θάνατο
φωνάζουμε στους εκτελεστές
μια σφαίρα μένει
στ΄ αύριο

Κρυφτό

Πόσες φορές τα μάτια μου
κοίταξαν άλλους κόσμους
αυτούς
που η ψυχή μου λαχταρά
αγίασμα

Με τα μάτια κλειστά
η ανοικτά
περιέχω και περιέχομαι

Στις ματιές των λουλουδιών
να μεταλλάσσομαι
να εξαγνίζομαι

Κύμα το κύμα φτάνω στην ακτή

Παίρνει καιρό το νύχι να μεγαλώσει
αυτό που το σκοτάδι θα σκίσει

Παιχνιδιάρικα χαμογελώ
στο παιχνίδι τούτο.
Πώς να μου κρυφτώ πια
τελείωσαν οι κρυψώνες.

Ταπεινότητα

Κλεισμένος στο δωμάτιο
και ο αέρας να λυσσομανά

Αισθάνομαι μικρός
καθώς αποκωδικοποιώ
τον κόσμο μες την ασφάλεια
των τοίχων μου

Πόσο άδικο για την αλήθεια είναι
αν δεν γευτώ την σκληρότητα
του κόσμου μου?

Τα στοιχειά της φύσης σκληρά
μα οι άνθρωποι περισσότερο
από την φύση να κρυφτείς
η από τους ανθρώπους?

Πόσο μοιάζουν αυτά
Πόσο ίδια είναι

Δεν υπάρχουν τοίχοι
για τον ανθρώπινο άνεμο
μα σαν Ζω
λίγη ταπεινότητα
δεν βλάπτει

Δίπολα

Αυτή τη θέαινα της νύχτας παραμονεύω
της θαυματουργίας της μυστικά να εκμαιεύσω
τους ψιθύρους της κρυφά αποταμιεύω
τις ζωντανές σκιές ν΄ αφουγκράζομαι μαθαίνω

Του φωτός τα μυστικά δεν θα τα μάθω
αν του σκότους τα τερτίπια δεν γνωρίσω
την μικρή μου τη ζωή για να ορίζω
τα όρια των αισθήσεων αργά θα ξεχειλώνω

Σαν ξημερώσει και τον ήλιο αντικρίσω
ότι έκλεψα απ΄ τη νύχτα θα του δώσω
τον δυαδικό μου κόσμο να ενώσω
στ΄ αδράχτι της ψυχής μου να τα κλώσω

Στης νύχτας στο σκοτάδι θα ψαρεύω
στης ύπαρξης το πάτο θα χορεύω
και την αυγή επάνω θ΄΄ ανεβαίνω
το άδυτο στον ήλιο θα στεγνώνω

Ελεγεία

Ανιχνεύεσαι απατηλά στο ψηλαφιστό
των αλμυρών διστίχων μιας αμμουδιάς

Παρηγοριά το κύμα στα πόδια ν΄ ακουμπά
σαν τη γλυκιά δροσιά μιας επίγνωσης

Δυο δυο ξεπηδούν απ΄ το κύμα ανέμελα ψέματα
πεταμένα από παλιά

Ελεγεία των ξεχασμένων παλινδρομήσεων
σαν αβέβαια βήματα μετανιώνουν

Στο μαύρο σου βυθό αναδεύεις το κατακάθι
να βρεις το φέρετρο των ονείρων

Ιδρωμένος χρησμός στα χείλη ασάλευτος
τυχοδιώκτης

Διαλέγεις πια με μια κίνηση οριζόντια
Διαγραφή..? αποκεφαλισμός..?
η απλός Ζωή..?

Εξορία

Για αυτά που αγαπώ στις πέτρες θα μιλήσω
Σαν τη δροσιά του πρωινού τα φύλα θα ακουμπήσω
Θα ψιθυρίσω μυστικά στ αγέρι και στο χώμα
Κι όταν βραδιάσει θα απλωθώ πάνω σε φύλων στρώμα

Στ’ όνειρο αυτό τα’ αποψινό μόνος μου θ’ αρμενίζω
Χωρίς θεούς χωρίς θνητούς χωρίς ανθρώπου χνότο
Βουνά πεδιάδες ρεματιές μόνος μου θ’ αλωνίζω
Δική μου θα ‘ναι όλη η γη απ’ το βορρά ως το νότο

Μήτε καλό μήτε κακό μήτε αρρώστια και εχθρό
Δίχως του χρόνου τη τριβή θα ζω μονάχος σαν παιδί
Αιώνιο θαύμα θα γευτώ, πάνω στο κύμα στον αφρό
Μορφή θα αλλάζω την αυγή, πότε πουλί , πότε κλαδί

Δεν κράτησε όμως η χαρά σ’ αυτό το ονειροτόπι
Για λόγους ανεξήγητους μου έλειψαν οι ανθρώποι
Φαίνεται πως η μοναξιά δεν φέρνει ευτυχία
Χωρίς καθρέπτη η ζωή μοιάζει με εξορία