Pages

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Πλάνη

Δεν ξενυχτώ για μένα
μα για τα μάτια που έκλεισαν για πάντα
να προλάβω του χρόνου τη σιωπή
στα λιωμένα τους βλέφαρα
Στις άδειες κόγχες της απουσίας τους
να κοιτάξω, να δω, πέρα και μέσα
απ΄την κουρτίνα του θανάτου

Να μάθω να είμαι αρκετός
να καίω μόνος την φλόγα μου
χωρίς το ψέμα μιας αληθινής σάρκας
Χωρίς τη δανεική ενέργεια των άλλων
πλασμάτων να ρουφώ λέγοντας
σ΄αγαπώ, σε χρειάζομαι, σ΄έχω ανάγκη

Κοίτα καημένε τυφλέ…κοίτα..
Ο Κόσμος δεν περιμένει, δεν κοντοστέκεται
μέχρι να μάθεις να βλέπεις
Δεν έχει πόρτα το κελί καημένε μου τυφλέ
μα δεν στο είπε κανένας και εσύ δεν μπήκες
στο κόπο να ψηλαφίσεις τους τοίχους
ούτε καν να βγάλεις την μάσκα του
ύπνου απ΄τα μάτια σου

Δεν ξενυχτώ για μένα
μα για το χέρι που θ΄απλωθεί απ΄το σκοτάδι
και θα γυρέψει το δικό μου
γιατί κι αυτό δικό μου είναι

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Αναχώρηση

Ο βρόμικος αέρας της πόλης
βρόμιζε τις καθαρές μου σκέψεις
που καλοντυμένες φρόντιζα να είναι
και ατσαλάκωτες
καθώς τις έστελνα θυσία
στο βωμό της μεγάλης πλατείας
Εκεί που καθημερινά κάτω από το κελάηδισμα   
τεχνιτών πουλιών πάνω σε μεταλλικά δέντρα
διαπιστώνεται η ανεπάρκεια της καθαρότητας
και εκτελείται υπό μορφή θυσίας
Αύριο θα γεννήσω άλλες
μα θα τις δώσω στα πουλιά που απέμειναν
να τις πάνε μακριά από εδώ

Σήμερα είναι η παρέλαση
των τενεκεδένιων ανθρώπων
δεν θα πάω
κανείς δεν πηγαίνει πια

Θα μείνω σπίτι να ποτίσω τα λουλούδια
και να γράψω το μανιφέστο μιας απόδρασης
που δεν έγινε ακόμη 

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Προσευχή

Στο πρόσταγμα του ανέμου κοινωνώ
το ταίριασμα του κόσμου με την ανάσα μου
Σ’ αυτή τη δημοκρατία των αρωμάτων
που μπολιάζει η γη στο αίμα μου
κι ανάλαφρος την πατώ σαν ιδέα ζωντανή
σαν υπέροχη υπόσχεση διάφανης σιωπής
που ρέει

Γίνομαι ευχή και ανθίζω χωρίς φανερή αιτία
μόνο η χαρά για να υπάρχω με παρακινεί
μέσα στο κήπο ισόνομων ιδεών
που τρέφεται από τον ήλιο που μέσα μου κρύβω 

Είμαι η προσευχή των ανθρώπων
Η ακατέργαστη τελειότητα που σμιλεύεται
από  χαμόγελα
και τον όμορφο πόνο της ευθύνης

Είμαι χώμα εύφορο για το σπόρο του κάλους
και δέντρο της αρμονίας  μυστικό

Είμαι αυτό που θέλω να είμαι

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Όνειρο Εξόδου

Έμαθα να ισορροπώ
λέγοντας ποτέ στο πάντα
Μακριά από τη σιγουριά μου 
ταξιδεύω προς το οικείο πια άγνωστο
που ακόμη μένει κρυφό στην ομίχλη της δυνατότητας
Πίσω μου ξεθωριάζουν πόλεις και τοπία
μα ούτε που κοιτώ
Η νοσταλγία πέθανε νωρίς για μένα ευτυχώς

Απολαμβάνω το κρύο καινούργιο αέρα
που άδειος από υποσχέσεις παραμένει άμορφος
έτοιμος για νέες δυναμικές διαμορφώσεις
μα ασυγκίνητος από παλιές ατελέσφορες σκεπτομορφές

Εκεί, στο πάντα του ποτέ
τα διάφανα χέρια που δραπέτευσαν
συντροφεύουν τα δικά μου στο σμίλευμα
του αιθέρα να γίνει αυτό που μπορεί να είναι
αυτό που δεν ήταν πριν ούτε μετά

Όνειρο, οδηγός εξόδου
από τα πολλαπλά όνειρα της ψευδαίσθησης
στο μέλλον του πάντα
που δεν υπήρξε ποτέ 

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Ορθάνοικτα

Στον ουρανό
που τα μάτια ξέμαθαν να κοιτούν
κρέμονται οι αόρατοι κόσμοι της άγνοιάς μας

Κι εμείς με σκυφτό κεφάλι
γυαλίζουμε το ακατέργαστο διαμάντι του πόνου
ώσπου να λάμψει

Όπως λάμπουν στο βόρειο σέλας
οι ανάσες αυτών που έφυγαν 
ξορκίζοντας τα χίλια μάτια της νύχτας…

Απόψε ενθρονίζεται το άτακτο παιδί της φαντασίας
Τα μάτια να κοιτούν ψηλά
καθώς τα δάκρυα θα σκουριάζουν την μηχανή της συνήθειας 

Κανείς δεν είναι από εδώ, μην γελιέσαι

Χαμογέλα…

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Φωτιά

Όποιος δεν έζησε χαρές που βγαίνουν απ΄τα μάτια
Ποτέ μέσα στα ποιήματα δεν βρίσκει ομορφιά
Μήτε στου σκύλου τη ματιά που σε κοιτά καθάρια
Μα ούτε σ΄ εκείνα του σταυρού τα μυτερά καρφιά

Ασύνδετη μένει η ψυχή στης ομορφιάς την γλώσσα
Σαν έρωτες την προσπερνούν κι αυτή τυφλή διψά
Της λείπει εκείνος ο χορός γύρω από την φωτιά
Π΄ανάβουν ποιητές τρελοί για να την έχουν μούσα

Μα η πατρίδα της καρδιάς δεν ζει μέσα στο σώμα
Μόνο ελεύθερη γύρνα και ψάχνει για κατοίκους
Που την καρδιά τους πέταξαν μέσα σε μια φωτιά
Να καίει σαν ορόσημο στης ομορφιάς τους κήπους

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Θαλασσινό Φθινόπωρο

Έπαψα τώρα να μιλώ με μνήμες φθισικές
Με σκουριασμένα σίδερα που τά΄φαγε ο χρόνος
Λόγια που έσταζαν αργά σε νόθες Κυριακές
Θα προσπεράσω σαν τυφλός ζητιάνος γυρολόγος

Για τα λιμάνια πού΄μειναν στο νου μου σαν λεκές
Εκεί που μάταια ξόδευα τη σάρκα μου την γκρίζα
Τις νύχτες που καβάλαγα διαόλους κι αστραπές
Πως έχασα απ΄τα χέρια μου την ζυγαριά δεν είδα

Σαν δένδρο τώρα θα σταθώ ακούνητος εδώ
Και την αλμύρα που έφαγα στις θάλασσες θα φτύσω
Μήτε τα μάτια μου να δουν να πλέουν στο νερό
Καράβια θανατόψυχα που μ΄έμαθαν να βρίζω

Θα κλαίω τώρα μοναχός τ΄αγέννητο παιδί
Μιας γυναίκας πού ‘ θελε να θρέψη την ψυχή μου
θα ΄ρθω της είπα κι έφυγα μ΄ένα παλιό σκαρί
μα πρόλαβε ο θάνατος και ήρθε στην αυλή μου

Αυτό που πάντα ήθελα σαν έρθει η στιγμή
Να ρίξουν το κουφάρι μου γυμνό σε μια φουρτούνα
Θα ξεραθώ απότιστος σε τούτη εδώ τη γη
Γιατί σε μια αγκαλιά ποτέ μου δεν χωρούσα

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

>A

Λόγια που χάνονται στην ομίχλη των χνώτων
Διακροτισμοί της υγρασίας η σημασία τους
Φάλτσο διαπασών νοηματίζει τις διαπιστώσεις
Των σιωπηλών απόμακρων παρατηρητών
Πολύπλοκοι ρόλοι συστηματοποιούν αδιέξοδα
Με πείρα χιλιάδων χρόνων συστημάτων εξουσίας
Μια λογική πέρα από τη μέση αντιληπτικότητα
Ανθρώπων που θέλουν την ησυχία τους
Τώρα πρέπει να κατανοήσουμε υπόγειους δρόμους
Έξοδο να βρούμε από αόρατους λαβύρινθους
Να γεμίζουμε δρόμους ναι, μα χρειάζεται γνώση
να πολεμήσει κανείς αρχαίους δράκους

Τέλος Ανοχής

Μια κατακόκκινη ανοχή

γυάλιζε τρελά στο μαχαίρι της κουζίνας

Την αγνόησα

θα σκότωνα την ώρα μου με κάτι άλλο

θάβοντας τα λεπτά της σε ένα παχύ στρώμα λάσπης

Να απομείνουν τα δευτερόλεπτα

Να χτυπούν σαν καρδιά, στιγμή τη στιγμή

Μόνο παρόν να ξοδεύω

Παρελθόν και μέλλον να εξατμίζεται ρυθμικά

Διαθέσιμος στο εδώ και τώρα να ιονίζω λέξεις ανατρεπτικές


Νωρίς ακόμη να ανοίξουν οι περιστερώνες

Να ξεχυθούν τα σύμβολα στον ουρανό μας

Προς το παρόν θα φθείρω τις πλατείες με τα παπούτσια μου

παρέα με θορυβημένους σιωπηλούς

αποθηκεύοντας το πριν για το μετά

Η Θυσία Των Παπουτσιών

Κάτι παπούτσια
Χωρίς ανθρώπους μέσα τους
Βγήκαν για να διαμαρτυρηθούν στους δρόμους
Λιώνοντας τις σόλες τους με αυτοθυσία
Μα μην έχοντας στόμα κανείς δεν έδωσε σημασία
Έτσι κρεμάστηκαν απ΄τα κορδόνια τους
Γεμίζοντας τα δέντρα στις πλατείες
Οι άνθρωποι αγόρασαν καινούργια……

Σκορπίσου

Μια καλημέρα, σαν απαίτηση
Να είσαι
Κύμα ηλεκτρισμένο που σπρώχνει
Λόγος συμπαγής
Να καίει
Τ΄ανοξείδωτο είναι σου
Βέλος και στόχος μαζί
Εισπνοή προς τα έξω
Καύσιμη υλη
Στην ανάσα να φυτρώνει αυτή η καλημέρα
Σαν υποχρέωση ζωής
Όχι για σένα

Μετά
Εγώ, θα πεις σαν να μην είσαι
Να χαθεί
Και το τελευταίο σου κομμάτι
Να γεμίζεις σκορπώντας
Ότι απόμεινε
Σε μια καλημέρα
Όχι για σένα

Συμβολικό

Στα χέρια μου σφιχτά κρατώ
ένα μαχαίρι και ένα μωρό
το ένα να ζήσει προσπαθώ
τ΄άλλο για άμυνα η φονικό

Πλάτη στο τοίχο θα σταθώ
χωρίς ποτέ να κοιμηθώ
σε άλλον αιώνα το μωρό
γερό να παραδώσω

Θ΄αντέξω μέχρι τη στιγμή
του κόσμου το στερνό παιδί
να δω στη νέα εποχή
να ζει χωρίς μαχαίρι

Το σονέτο των στιγμών

Δεν κατοικούν στο νου μας οι αγάπες
μήτε στα μάτια τα κλειστά που αναπολούν
μόνο στον άνεμο που σκόρπισε τις στάχτες
στιγμών που κάηκαν νωρίς για να σωθούν

Την ίδια γλώσσα δεν μιλούν σώμα καρδιά και νους
και τίποτε δεν σώζεται σαν τρεις διαφωνούν
τα θέλω κόντρα έρχονται και θα διαγραφούν
το γίγνεσθαι κάθε στιγμής θα πέφτει σε γκρεμούς

Δεν έχει τούτη η ζωή σκοπό την ευτυχία
υπάρχει μόνο τις στιγμές που όλα συμφωνούν
και είναι σπάνιες αυτές χωρίς αυτογνωσία

Σαν όλες τις ανάγκες μας ικανοποιήσουμε
κι αυτό απ΄άγνοια ευτυχία το βαφτίσουμε
κάποια στιγμή σαν φύλλα θα σκορπίσουμε

Κορώνα Γράμματα

Χάρε πως ξεγελάστηκες και μου χτυπάς την πόρτα;
Χάλασε η πυξίδα σου και πήρες λάθος ρότα;
Έλα να πιεις ένα κρασί και φύγε πριν να φέξει
Ήλιος πρωί να μη σε δει και τη σκιά σου κλέψει

Μια και τον κόπο έκανες κάτσε απέναντί μου
Να σε κεράσω δυο πενιές μέσα απ΄τη ψυχή μου
Να μάθεις κάποια μυστικά που ίσως δεν τα ξέρεις
Μια και δεν έχεις πια καρδιά και το σκοτάδι φέρνεις

Πώς να μερέψεις θάνατε την φλόγα της ψυχής μου
πολύ νωρίς το σκέφτηκες να πάρεις το κορμί μου
έχω πολλές ξερολιθιές να κτίσω ως τη δύση
πολύς ιδρώτας να χυθεί σε τούτη δω τη ζήση

Δρόμο μπροστά μου έχω πολύ ν΄ανέβω το βουνό μου
Να ΄ρθει ο Ήλιος πιο κοντά να κάψει το εγώ μου
Ν΄ανθίσει το λουλούδι μου που έχω μες στα στήθια
Μες την αγάπη να χαθώ στο φως και στην αλήθεια

Δώσε αβάντζο το λοιπόν και μην διψάς για αίμα
Ποτέ δεν άγγιξες ψυχή το ξέρεις είσαι ψέμα
Σε άλλο σώμα απ΄την αρχή να μπω μην μου ζητάς
Δεν δέχομαι, δεν γίνεται, να μην το συζητάς

Φύγε λοιπόν και άσε με έχω πολλά να κάνω
Άντε κάτω στη τρύπα σου εγώ θα μείνω πάνω
Κι αν αποτύχω χάρε μου να φτάσω ως το τέρμα
Έλα μια νύχτα σαν κι αυτή να ρίξουμε το κέρμα

Κατακόκκινοι

Κοίτα τα λουλούδια
Όλα στο ίδιο χρώμα
Κόκκινο αίμα που ανθίζει στην άσφαλτο
Άκου, την ίδια γλώσσα μιλούν
Πριν το νερό τα πνίξει, άκου πως φωνάζουν
Γιατί, γιατί…

Ποιος θα απαντήσει;
Ποιος θα μαζέψει τις φωνές τους
με τα χέρια του χωρίς να δειλιάσει;

Ποιος θα βάλει στο πέτο του τέτοιο λουλούδι;
Ποιος για παράσημο θα το έχει;

Κόκκινο χρώμα τ΄άδικο, κόκκινο και το δίκιο

Τώρα έτσι θα πορευτούμε κατακόκκινοι
γλιστρώντας στα λουλούδια του κόκκινου κήπου μας

Οι σταυροί έγιναν ξίφη
και οι προσευχές κατάρες

Να δούμε ποιος θα μας σώσει από εμάς.-

Αυτό το σώμα

Αυτό το σώμα
της ψυχής μου πανωφόρι
μέσα στου χρόνου τις αλάνες τριγυρνά
σ΄αυτόν τον ύπνο της ζωής που ξενυχτά
να κτίζει όνειρα
αλλού για να ξυπνήσει
χέρι με χέρι ανταλλάσει μυστικά

Μες των αισθήσεων τους έντεχνους καθρέπτες
πρόσωπα αλλάζει συνεχώς η διαδρομή
σώμα με σώμα ν΄ανοίγουν σαν δέκτες
έρωτες, λόγια σαν αντένες σε εκπομπή

Αυτός ο έρωτας που τον κόσμο διαφεντεύει
που σαν παιδί κάτω απ΄τη μέση τριγυρνά
σαν με αγάπη τον ταΐσεις μεγαλώσει
πνεύμα και Λόγος τη ζωή θα κυβερνά

Αυτό που γίναμε για χάρη της (αλήθειας)
μέσα από ένστικτα πρωτόγονα παιδιά
το πανωφόρι που φοράμε της συνήθειας
να γίνει φως, αυτού του κόσμου ξαστεριά

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Υπέροχη Μέρα

Γύριζε ο μύλος στ΄ανέμου τη βόλτα
γιορτινό γαϊτανάκι
σε βράχου μοναξιά

Πυρόμορφο αειθαλές το μπουκέτο του ήλιου
χορταίνει τη μέρα στο ζενίθ της ελπίδας της
Πετά υπονοούμενα νύχτας στην πρόσκαιρη
περηφάνιας της
λάμποντας κατανόηση

Σύννεφα μάρτυρες
πολυμορφικές ιδέες
υποκρίνονται άπειρες πιθανότητες της θνητότητας
αδιάφορα για το ήθος της γύμνιας τους

Ασημοπράσινο κύμα ο χορός της ελιάς
απ΄το πέρασμα τ΄ανέμου στα κλωνιά της
Το γέρασμα της μέρας να μετρά
χωρίς λύπη

Μακραίνουν οι σκιές
στη κατιούσα νομοτέλεια
εκπνέοντας πορτοκαλόχροα ειρήνη

Γυρίζει η ανάγκη για φως
στην σκοτεινή της πλευρά
να κοιμηθεί
Να ονειρευτεί το αύριο

Αυτή τη καινούργια μέρα
που θα μοιάζει με τόσες άλλες
μα δεν θα είναι ιδία με καμιά

Ένα ποίημα θα μένει να θυμίζει
τη θυσία της ματιάς
που στράγγιξε το φως και τυφλώθηκε
Ξαναβρίσκοντας το φως της
στο χάραμα της νέας της αλήθειας

Πόλωση

Σαν βρεις την Αγάπη στο δρόμο σου
μη την χαιρετήσεις
μόνο ένα φιλί δώς΄ της στο στόμα
κι ας΄την να φύγει
να συναντήσει κι άλλους

Κι αν το φιλί σου ζεστό
και απονήρευτο είναι
θ΄ ανθίσεις άφυλλος
να ζευγαρώνεις με το σύμπαν
πότε θηλυκός πότε αρσενικός

Στη γη στον αέρα και στα δένδρα
παντού θεός να πιεις
την μισή σου φύση να γιομίσεις
σαν κρίνος προσευχής

Κι αν σε σώμα που σε διάλεξε μπεις
χαρίσου σαν φωτιά
Πορτοκαλής να φλέγεσαι
στο πολικό σου αντίθετο

Να χορταίνουν οι καρδιές
να εξαφανίζονται οι μορφές
αιθέριες ν΄ αλωνίζουν τ΄άπειρο

Για Χθές, Για Σήμερα, Για Αύριο

Από όνειρο σε όνειρο επαληθεύομαι
με την άνεση ενός ψέματος που χειραγωγεί
Σπάει το λεπτό κρύσταλλο της αγωνιάς
ανασαίνοντας γρήγορα ο φόβος
σε προδίνει
σε διαπερνά

Δεν σε κρατά πια απ΄το χέρι ο γεροαιώνας
σ΄άφησε να κατρακύλας μόνος
χωρίς γίγαντες στην πλάτη σου
να επαναλαμβάνεις φτηνά ψέματα
Τώρα τρως τους διπλανούς σου
Για κουράγιο
Για δύναμη
Δανικό αίμα

Κι αυτή η βαθιά μελαγχολία
σαν σπασμένο άροτρο
να οργώνει μάταια την άμμο της ερημιά σου
Και μια θάλασσα πίσω να σβήνει τα χνάρια

Ματαιότητα ο κανιβαλισμός
Να μαζεύεις κομμάτια
για το ανδρείκελο του νου σου
Φωνάζεις και βουλιάζεις
μέσα σε ξένα βαλτοτόπια
Ότι δικό σου το αντάλλαξες για ένα κήπο
με ψηλούς τοίχους
Τώρα κραυγές αντί σιωπή

Αντίο λοιπόν
Και μην ξεχνάς πως η στάχτη σου
αλισίβα για τ΄άπλυτα θα γίνει

Η σιωπή για τους ζωντανούς πρέπει πια
Κι ο θάνατος πιο φλύαρος από ποτέ έγινε.-

Καρδιά, λουλούδι αίμα

Με μια χούφτα χώμα λέω σ΄αγαπώ
καθώς ανθίζεις κατακόκκινη
δίπλα στο σύρμα
Στα μάτια όραμα νωπό
μοσχοβολά της ψυχή σου το αντίκρισμα
άρρητη ουτοπία

Μεγαλώνεις μέσα μου αργά
όπως μετρά
της γης ο μετρονόμος

Καρδιά, λουλούδι αίμα
μετάληψη στης ανάσας μου το ιερό
Αγχόνη του φόβου
δακρύζω ευχαριστώ στο αγκάθι σου

Δίδυμο τριαντάφυλλο
μέσα κι έξω
πλέκεις σταυροβελονιά
αγάπης ρούχο δίπλα στο σύρμα

Σε ποτίζω όνειρα, μεγαλώνεις
Γαντζώνεσαι από το σύρμα
τ΄αγκαλιάζεις
Στολίζεις το κρύο δέρμα του
το κατακλύζεις
Χάνεται η σκληρότητα
Η βία
Το σύνορο
στο μεγάλωμα της αγάπη σου

Θα σε ποτίζω
μέχρι το συρματόπλεγμα να χαθεί
να χωνευθεί

Καρδιά, λουλούδι αίμα
Δίπλα στο σύρμα

Με μια χούφτα χώμα λέω σ΄αγαπώ.-

Χορός

Βαρέθηκε η ψυχή μου τα ρηχά
τους έρωτες που σκύβουν το κεφάλι
τα χέρια που δεν σφίγγουν δυνατά
τα μάτια που δεν βλέπουν το φεγγάρι

Τέλειωσαν πια τα χρόνια της σιωπής
τα βράδια δεν παγώνει η καρδιά μου
στον ήλιο βγάζω τα κουρέλια της ντροπής
καίω τα χθες και τα γιατί μες τη φωτιά μου

Κοίτα είμαι εδώ ακόμα
πατώ γερά στο χώμα
με χέρια απλωμένα
χορεύω πια για μένα

Κοίτα πως κλαιν τα μάτια
τα σύνορα κομμάτια
βρήκα εγώ εμένα
κι έγινε ο κόσμος ένα

Έγινε απόψε η θλίψη μου χαρά
με μια κραυγή θα κόψω τα δεσμά μου
τ΄αστέρια θά΄ναι μάρτυρες κι αυτά
πως στο σκοτάδι ανοίγω τα φτερά μου

Δεν είναι η μοίρα που προδίδει τη ζωή
είναι τα μάτια που γελιούνται κάθε μέρα
δεν βλέπουν πέρα απ΄της ύλης τη μορφή
δεν μεταφράζουν την αλήθεια στον αέρα

Κοίτα είμαι εδώ ακόμα
πατώ γερά στο χώμα
με χέρια απλωμένα
χορεύω πια για μένα

Κοίτα πως κλαιν τα μάτια
τα σύνορα κομμάτια
βρήκα εγώ εμένα
κι έγινε ο κόσμος ένα

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Δίψα

Πάνε χρόνια που το είδωλό σου ψάχνω
στο φέγγος της αυγής
στην άμμο της ερήμου και στο κύμα
Σημάδι δεν μου έδωσες ποτέ κι αργοκυλώ
στου νόστου μιας ανάμνησης το ρήγμα

Κι αν το πρόσωπο ρυτίδες αυλακώνει
και τα μάτια μου θολά
ο ήχος της ψυχή σου με τραβά
σε διάσελα κρυμμένα από αιώνες
μοιάζει η μέρα μου στιγμή που προσπέρνα

Πάλι η νύχτα απ΄ τα χέρια μου κρεμιέται
να μου κρύβει την αφή
πάνω στα βράχια της ξαπλώνει η σιωπή μου
επτά φεγγάρια ώσπου να΄ρθει η αυγή
καρτέρι με το νου μου οπλισμένο

Μ΄ ένα τραγούδι η θάλασσα κοντά της με καλεί
μηνύματα μου στέλνει με την αύρα
ψάχνεις του κόσμου κρυμμένα μυστικά
στον κόρφο μου να΄ρθείς και ν΄ απαγγείλεις
εκείνο το ποίημα που σου έμαθε η στεριά

Μες τους χάρτες μου σημάδια ανατέλλουν
για νήσους που δεν έμαθα ποτέ
αρχαίοι ψίθυροι κρυφά με ταξιδεύουν
σε μνήματα σε σκάλες και σε υπόγεια
της λήθης να ξεθάψω τους χρησμούς

Μοιάζει η ζωή μου με αστέρευτο πηγάδι
είναι βαθιά για μένα πώς να πιω
είναι η σκάλα μου μικρή και δεν μου φτάνει
όλου του κόσμου το νερό κι εγώ διψώ
μα φτάνει η ώρα μέσα του να πνιγώ

Αγρύπνια

Οι τεχνητές αναπνοές δεν βοηθούν
το προσωρινό να ανανήψει
Ούτε και οι μεγάλες παρέες των λέξεων
που οικτίρουν την θνητότητά μας
Εντρυφούμε στο κόψιμο των λουλουδιών
στολίζοντας την ματαιότητα της ύλης
Ξεγελασμένοι πάντα…
Τραγικοί ποιητές της συνήθειας
Σεργιανάμε στα ασκούπιστα μονοπάτια
του νου
Παρελαύνουν οι λέξεις γυμνές στο δρόμο
Με προσοχή διαλέγουμε με ποιες θα συμμαχήσουμε
χαρίζοντας στις άλλες διαβατήρια εξορίας
Σαρκαστικοί σε ξένες ποιότητες αναπαράγουμε
το είδος μας για χάρη μιας τέχνης που δεν μας ανήκει
Η γλώσσα ακροβατεί μεταξύ ειρωνείας
και εξυπνάδας

Αυτά τα χέρια ικανά για χάδι κι αγκαλιά
εκπαιδεύτηκαν να μακελεύουν το φαινομενικά
αταίριαστο
Η γνώση συσσωρεύεται χωρίς διακριτικό δίκιου
η άδικου, στριμώχνετε σε ατομικότητες
φτιάχνοντας τα δικά της δικαστήρια
Μωροί σε παιχνίδια αθανασίας.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Απούσα Παρουσία

Το ζιζάνιο της αμφιβολίας
τρύπωσε απόψε στο μαξιλάρι
Τα πεταμένα ρούχα μύριζαν άγχος
κι αυτά τα παπούτσια μόνα τους
περπατούσαν στην αυλή πάνω κάτω
Τα χθεσινά όνειρα τεμπέλιαζαν στην ντουλάπα
ανοίγοντας διαλεκτική με τους σκώρους
Η τσαγιέρα σφύριζε αδιάφορα στην κουζίνα
ασυγκίνητη για την διακοπή του ρεύματος
Οι χτένες στο μπάνιο έκαναν του κεφαλιού τους
μαζεύοντας τρίχες από το χθες
Η απουσία μου κοιτούσε έξω από το παράθυρο
τα δρώμενα κρατώντας μόνο το κλειδί της εξώπορτας
Μια βροχούλα άρχισε να πέφτει μουσκεύοντας
την μηλιά στην αυλή και ένας όφις πάνω της
έκλεγε για μια χαμένη Εύα
Πάνω στο γραφείο ένα βιβλίο στην τελευταία σελίδα ανοιχτό
έκλισε απότομα από το αεράκι που στέγνωνε τα ρούχα
στο μπαλκόνι.-

Τρίδυμα φεγγάρια

Στην πύρινη ομορφιά της απαγωγής σου γλιστρώ
Οι δέκα διάνοιες των χεριών σου αφαρπάζουν το
απόλυτό μου
Γυρίζω σαν σελίδα στο χθόνιο γέλιο σου
Μια απόκοσμη οπτασία ανελίσσετε
στα χρώματα της αύρα σου
Ανασαίνω την υγρασία των ματιών σου
εύφλεκτο υλικό
Έρωτας αμφίσημος δροσερή φωτιά στο σώμα
Δυο χείλη κατακόκκινα φεγγάρια με καταπίνουν
στη νύχτα τους
Βαθιά θάλασσα ήλιου το κορμί σου και βυθίζομαι
Κρυστάλλινος θάνατος άνθος της σιωπής
Ζωή – Έρωτας – Θάνατος
Τα τρίδυμα φεγγάρια ανατέλλουν.

Του Έρωτα

Με όρισες σαν σύνορο
στο βεληνεκές της ανάσας σου
Στου αρώματός σου
το εύπλαστο κύμα

Στο χρυσό στέμμα των ματιών σου
ιριδίζω σαν φωτεινό μετέωρο
Άπιαστη μοναδικότητα
στον ορίζοντα της χαράς μου

Αυτόχειρας διάττοντας
φλέγομαι στον αιθέρα σου
Γλυκιά προσμονή της στιγμής
τον Έρωτά σου να μεταλάβω

Αύρες φωτεινές σε σύμπαντα άγνωστα
θα κοινωνούμε τα άχραντα μυστήρια
στων άχρονων ψυχών μας τα ευαγγέλια
του αθάνατου κόσμου το κτιστό ποίημα